Η νύχτα είναι γεμάτη όνειρα ή ανησυχίες. Το σκοτάδι και η μοναξιά αποτελούν τις καταλληλότερες, αν και όχι τις μοναδικές, συνθήκες για να μας επισκεφτούν αυτά τα παράξενα αδέλφια του Κάτω Κόσμου. Σπάνια όμως έρχονται μαζί. Συνήθως κάποιο από τα δύο προλαβαίνει. Και παρά την αναμφίβολη διαφορά τους, έχουν και τα δυο την αναντίρρητη ικανότητα να μας κάνουν να νιώθουμε εντελώς στο έλεος τους. Με μια βία που το Εγώ μας αδυνατεί να αντισταθεί, μας επιβάλλουν τη δική τους αίσθηση του χρόνου, τη δική τους αλλόκοτη ατζέντα. Τα όνειρα χρησιμοποιούν κυρίως υλικά από το παρελθόν, οι ανησυχίες εισάγουν πρώτη ύλη από το μέλλον. Τα όνειρα με τους συμβολικούς τους γρίφους, οι ανησυχίες με τους φαινομενικά πιο κυριολεκτικούς. Τα όνειρα προτιμούν τα βλέφαρα κλειστά, οι ανησυχίες ορθάνοιχτα. Και όταν συναντιόνται σαν αγαπημένα αδέλφια που είναι, φροντίζουν για τα δέοντα στην απεχθή γιορτή του εφιάλτη.
Ένα από τα παράδοξα χαρακτηριστικά της ανησυχίας, είναι ότι συχνάζει σε μέρη ήσυχα. Εκεί που ο εξωτερικός κόσμος χάνει τη βαρύτητα του, αφήνοντας μας να αιωρηθούμε στο μισοσκότεινο μέσα μας. Αλίμονο αν μας προλάβει πριν κοιμηθούμε. Μας τσιμπάει αδιάλλακτα σε κάθε σημείο του ψυχικού μας σώματος, με το ασαφές κεντρί του μέλλοντος. Τα χρήματα, η σχέση μας, η δουλειά μας, η υγεία μας, τα παιδιά μας, μουρμουρίζουν ερωτήματα υπνωτισμένα από την ανησυχία. Σαν μια καυτή χιονοστιβάδα άγχους, που προσπαθούμε να αποφύγουμε στριφογυρίζοντας στο κρεββάτι ή με το μονότονο νανούρισμα της τηλεόρασης. Μετράμε λευκά προβατάκια, ελπίζοντας πως δε θα φανεί το μαύρο. Εστιάζουμε το νου μας σε κάτι ευχάριστο, που όμως σαν ατμός μας φεύγει από τα χέρια. Τα βάζουμε με τον εαυτό μας που δεν έχει τη δύναμη να ξεκολλήσει από την άσκοπη ταλαιπωρία. Αυτός ο ευαίσθητος, αυτοκαταστροφικός εαυτός μας…
Ακόμη και τώρα που γράφω τη λέξη ανησυχώ, ανησυχώ. Φαίνεται πως δε κατάφερα να μάθω ποτέ αν μπαίνει πρώτα το ήτα ή το ύψιλον. Φαίνεται πως μερικά πράγματα ίσως να μη μπορούμε να τα μάθουμε ποτέ. Σαν ανόητα παιδιά θα ξανακάνουμε το ίδιο λάθος. Θα βλέπουμε τη πεινασμένη τίγρη στον άδειο μας τραπεζικό λογαριασμό, το ύπουλο φίδι στην επόμενη, αναμενόμενη προσβολή του προϊστάμενου μας, τη καταστροφική καταιγίδα να έρχεται με τη μορφή ενός ανεπιθύμητου χωρισμού. Αλλά αλήθεια μπορούμε να κάνουμε διαφορετικά; Όσο και να προσπαθούμε να τυφλωθούμε, όσο και να αποφεύγουμε τα αινίγματα της μοίρας, φαίνεται πως είναι αδύνατο τελικά να ζήσουμε χωρίς τίγρεις, φίδια, καταιγίδες. Είναι τόσο δυσάρεστη η ειδολογική μας κατάρα να μπορούμε ταυτόχρονα να φοβόμαστε αλλά και να υποθέτουμε το μέλλον! Ένα ανόητο εξελικτικό πλεονέκτημα. Μια επιβεβαίωση της οντολογικής αναγκαιότητας του εφιάλτη: ο γάμος του παρελθόντος με το μέλλον, της μνήμης με τη προσμονή, του παράδεισου με τη κόλαση.
Όταν στη ψυχολογία μπλέκουμε με ζητήματα που αφορούν το μέλλον, οφείλουμε να έχουμε στο νου μας το κατεξοχήν αρχέτυπο που αναφέρεται σε αυτό, το οποίο δεν είναι άλλο από το Παιδί. Παιδί και ανησυχία άλλωστε, έχουν μια πασίγνωστη σχέση: ανησυχούμε για αυτό ακόμη και πριν γεννηθεί. Το παιδί, ως ένας αιώνιος άγνωστος, φέρνει διαρκώς στο προσκήνιο το ερώτημα του άγνωστου μέλλοντος. Φορτίζει συναισθηματικά τη φαντασία, γονιμοποιεί φαντασιακά την αγάπη. Ξεφεύγοντας από τη κουρασμένη προσοχή μας, βάζει το χέρι στη πρίζα ίσως για να φωτιστεί, δοκιμάζει τα φτερά του στην άκρη του μπαλκονιού, τρώει το κόσμο ωμό, όπως δηλαδή τον βρίσκει στο πάτωμα.
Οι νυχτερινές μας ανησυχίες, είναι συναντήσεις με εκείνο το Παιδί. Με την ανεμελιά του, που τόσο βαθιά φοβόμαστε και επιθυμούμε. Σκαρφαλώνει στο κρεββάτι μας, παίρνοντας μας, άνευ ερώτησης μαζί του. Στις μεγάλες περιπέτειες του. Στα ηρωικά ταξίδια του στο χρόνο. Γλιστρά στις τσουλήθρες του αναπάντεχου, πετά αλαζονικά ανάμεσα στους πειρατές των ελπίδων μας, τζογάρει με τις πιθανότητες της πτώσης μας. Και εμείς, λαχανιάζοντας ξωπίσω του, αναρωτιόμαστε αν ακόμη αναπνέει. Ο νους μας στις νυχτερινές ανησυχίες μας, ταξιδεύει με τη ταχύτητα του Παιδιού. Με την ορμητική του επιθυμία να γνωρίσει. Οι νυχτερινές μας ανησυχίες, είναι οι αναγκαστικές μας επισκέψεις στη παιδική χαρά της πνευματικότητας. Το πειραματικό εργαστήρι του νοήματος. Εκεί που η ζωή μας ξεφεύγει από τη σαβάνα της προσωρινότητας, με πρώτη στάση το καθαρτήριο του άγνωστου. Αυτό είναι το επώδυνο δώρο του Παιδιού. Κρυμμένο καλά στις βρώμικες πάνες τους φόβου.
Το ζήτημα, ίσως δεν είναι αν ανησυχούμε, αλλά το πόσο καλά ανησυχούμε. Το πόσο συντονισμένοι συνταξιδιώτες της είμαστε. Όσο προσπαθούμε να κλείσουμε τα μάτια μας στη τίγρη, στο φίδι και τη καταιγίδα, τόσο θα διαπερνούν τα βλέφαρά μας. Όσο και να προσπαθούμε να τα διώξουμε, τόσο θα σκοντάφτουμε πάνω τους ξανά και ξανά. Ας μη ξεχνάμε ότι για εμάς είναι πλάσματα του μέλλοντος και έτσι πάντοτε θα βρίσκονται μπροστά μας. Ας φανταστούμε τον απερίγραπτο εφιάλτη να γεννηθεί κάποιος και να μην ανησυχεί για εκείνον κανείς. Έχουμε πολλούς λόγους να υποθέτουμε ότι ανησυχούμε, πάνω κάτω όπως ανησύχησαν κάποτε για εμάς. Με περισσότερο ή λιγότερο ενδιαφέρον, με μοναξιά ή σιγουριά, με περισσότερη ή λιγότερη φαντασία, με αγάπη ή αδιαφορία. Η ποιότητα της ανησυχίας φαίνεται πως είναι αποτέλεσμα της συνάντησης της υπάρχουσας γνώσης και ικανότητας μάθησης με το χάος των απέραντων δυνατοτήτων. Μια επαρκώς καλή ανησυχία ίσως προκύπτει από τη προσπάθεια να στοχαστούμε το καινούριο, με καινούριους όρους. Όχι όπως συνηθίζεται με ψέματα- πχ με μια αναγκαστική αισιοδοξία. Αλλά με μια ολοκαίνουρια αλήθεια, που δανείζει λέξεις στις ανατριχίλες του Παιδιού και ανακαλύπτει νόημα στο φόβο του. Να ανησυχούμε καλά, σημαίνει να προσπαθούμε να μιλήσουμε τη γλώσσα της τίγρης, του φιδιού και της καταιγίδας. Να επιτρέψουμε στο όνειρο να συναντήσει το μέλλον, με ή χωρίς το διαβατήριο του εφιάλτη. Να ονειρευτούμε ξανά τον εαυτό μας και τις σχέσεις μας, καθώς ταξιδεύουν στο χρόνο, μαζί με την ξακουστή αγέλη μας. Το σοφό παρελθόν του ερπετού, το επιθυμητικό παρόν του αρπακτικού και το αναζωογονητικό μα ανεξέλεγκτο μέλλον της καταιγίδας.

 

Από το Νίκο Ρούσσο