Ας ξεκινήσουμε από το γαργάλημα. Πιθανότατα ένα από τα πρώτα πειράγματα στα οποία έχουμε υποβληθεί. Το χέρι του Άλλου, παιχνιδιάρικα γλιστρά στα πλέον ευάλωτα σημεία του σώματος μας, διεγείροντας αμφίσημα το σημείο της προσβολής. Πατούσες, μασχάλες, ενίοτε η κοιλιά, εισπράττουν συνήθως αιφνιδιαστικά ένα απτικό μήνυμα που καλούνται να ερμηνεύσουν. Είναι ευχάριστο ή δυσάρεστο, φιλικό ή εχθρικό; Και ποιο είναι το σημείο πέρα από το οποίο, το γαργάλημα παύει να είναι μια αμοιβαία ικανοποιητική επικοινωνία και μετατρέπεται σε ένα κακοήθες παιχνίδι εξουσίας; Η μητέρα με το απαλό της γαργαλητό μας ενημερώνει για τη τοπογραφία του σώματος μας. Άλλοτε ο αδελφός με τα συντροφικά τσιμπήματα του, μεταμφιέζει την φλογερή του ζήλια σε μια αθώα σωματική αλληλεπίδραση! Άλλοτε ο μπαμπάς, ίσως και να το παρακάνει, προσκαλώντας άθελα(;) το επικριτικό- προστατευτικό βλέμμα της μαμάς. Το γαργάλημα, όπως και τα υπόλοιπα πειράγματα, φαίνεται πως είναι λεπτά παιχνίδια ισορροπίας. Ακροβατούν επικίνδυνα, ανάμεσα στην περιποίηση και το σαδισμό, την συντροφικότητα και τη μοναξιά.

Πειράγματα μεταξύ φίλων, συναδέλφων, εραστών, ανοίγουν μια ρωγμή επιθετικότητας στην με κόπο χτισμένη οικειότητα. Μάλλον, είναι το ιδιαίτερο ιδίωμα της πειραχτικής συμπεριφοράς που τη μεταμορφώνει από επίθεση σε αγκαλιά, από προσβολή σε μια παράδοξη φιλοφρόνηση. Η θεατρικότητα της- γκριμάτσες, ο τόνος της φωνής, οι ιδιαίτερες λέξεις- την ανυψώνει λίγα εκατοστά πάνω από το έδαφος της κυριολεξίας, κάνοντας την αέρινη και μεταφορική. Εφόσον το πείραγμα παραμείνει βαρύ, καθηλωμένο στην ωμή επιθετικότητα  αποτελεί απλά μια κακόβουλη κριτική, ένα κακοποιητικό σαρκασμό ή μια σαδιστική ενόχληση. Αντίθετα το «καλοήθες» πείραγμα κατορθώνει τη διακωμώδηση της ταυτότητας του δέκτη του, αποτελώντας έναν παράδοξο καταλύτη αποδοχής και πλησιάσματος. Το πείραγμα στοχεύει στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά μας και δείχνει προτίμηση στις υπερβολές και τις μονομέρειες μας. Είναι μια τέχνη λεπτή, που απαιτεί τη ψυχική ωριμότητα που έχουν μόνο όσοι ξέρουν να παίζουν.

Το πείραγμα μοιάζει με το δηλητήριο που σε σωστές ποσότητες μπορεί να θεραπεύσει. Διότι τη στιγμή όπου ο φίλος μου, με «κουρδίσει» με μια καλή δόση χιούμορ για μια φανατική μου στάση, κατορθώνει να με αναγκάσει να τη κοιτάξω, χωρίς να χρειαστεί να καταφύγω στις τυφλωτικές άμυνες που ενδεχομένως ενεργοποιούνταν, επί παραδείγματι από τη ντροπή μου. Το «επαρκώς καλό» πείραγμα, φαίνεται πως είναι ένας σύμμαχος της Σκιάς στη αιώνια διαμάχη της με τη Περσόνα μας. Φροντίζει ώστε να μας ξανασυνδέσει με τον εαυτό μας, τη στιγμή που μοιάζει να χάσαμε τη σχέση με τη φαντασία μας. Το αντίθετο συμβαίνει με το κακόβουλο πείραγμα: ακινητοποιεί τη ψυχή μας από την αυθόρμητη κίνηση, επιβάλλει τη διαρκή ανησυχία μας για τη ταυτότητα μας, αποκόβοντάς μας από το να βιώσουμε τον παιχνιδιάρικο και αναγεννητικό της θάνατο.

Ένας καλός θεραπευτής, μάλλον χρειάζεται να είναι και ένα καλό πειραχτήρι. Και αν είμαστε λίγο ανοιχτόμυαλοι, μπορούμε να δούμε πως κάποιες από τις τεχνικές της ψυχοθεραπείας έχουν μια πειραχτική ποιότητα. Για παράδειγμα η απάντηση σε μια ερώτηση με ερώτηση: «-Είστε θυμωμένος μαζί μου;», «-Πως σας ήρθε αυτή η ιδέα;». Ένα άλλο παράδειγμα είναι η επανάληψη της φράσης που μόλις είπε ο θεραπευόμενος: «-Νιώθω ότι είμαι σε αδιέξοδο», «-Χμμ, νιώθετε ότι είστε σε αδιέξοδο». Ή ακόμη και το περιβόητο: «-Σας θυμίζει τίποτε αυτό;». Ενδεχομένως έξω από τη θεραπευτική ώρα, τέτοιες απαντήσεις θα θεωρούνταν πρώτης τάξεως προβοκάτσιες. Και είναι.

Στη ψυχοθεραπεία, συνήθως προσερχόμαστε όταν ο ίδιος μας ο εαυτός, έχει βαλθεί να μας παρενοχλεί. Όταν τα καθημερινά πειράγματα των αντιφατικών μας συναισθημάτων έχουν ξεπεράσει τα όρια της φιλικής συναναστροφής και μετατρέπονται σε εσωτερικό bullying. Όταν για παράδειγμα ο αυτοσαρκασμός μας γίνεται αυτοτιμωρία ή το κοκκίνισμα της ντροπής προάγεται σε καταθλιπτικό μαύρο, ή όταν μια ενοχλητική μα αθώα αρρυθμία μεταμορφώνεται σε ηφαιστειακή κρίση πανικού. Ένας τρόπος να δούμε τη ψυχοθεραπεία σε αυτές τις περιπτώσεις είναι να την αποδεχτούμε σαν το ασφαλές περιβάλλον που θα μάθουμε ξανά να πειράζουμε παιχνιδιάρικα τον εαυτό μας. Είναι μέσα από τη σχέση μας με τον θεραπευτή, όπου εθελοντικά θα τον αποδεχτούμε ως ένα καλό πειραχτήρι, που θα μας προβοκάρει χωρίς να μας προσβάλει. Όπου μέσω της εμπιστοσύνης θα του επιτρέψουμε να συμμαχήσει με εμάς αλλά και τα συμπτώματα μας. Όπου μαζί του θα μάθουμε να μη φοβόμαστε τα νυχτερινά πειράγματα των ονείρων μας αλλά και τις άδηλες πρωινές τους μεταμορφώσεις. Μέσα στη θεραπευτική σχέση, μπορούμε να αφεθούμε στα αρχετυπικά πειραχτήρια. Στο κλόουν που είναι ο μόνος που επιτρέπεται να περιγελάσει το βασιλιά. Τον trickster που αναποδογυρίζει τη πραγματικότητα. Τον Ερμή που μεταφέρει τα μηνύματα από τον ένα κόσμο στον άλλο. Τον γύφτο που χαμογελά πίσω από τις παρορμήσεις μας, προτείνοντας να μας διαβάσει αλλιώτικα τη μοίρα μας.

Η λέξη πείραγμα, φαίνεται πως έχει συγγένεια με τη λέξη πειρασμός. Τούτο μόνο, μπορεί να μας προκαλέσει να δούμε την επιθυμητική της διάσταση. Την ένταση της αποπλάνησης και της αμφιβολίας που φαίνεται να φέρει. Το πείραγμα, πράγματι μας βάζει σε μπελάδες, προτείνοντας ένα ζουμερό μήλο στο κήπο της Εδέμ, μια σαγηνευτική απιστία ή μια παρηγορητική αυτοκτονία. Το πείραγμα, πάντοτε θα μας προκαλεί ένα εσωτερικό γαργάλημα, αναγκάζοντας μας σε μια μετακίνηση. Και όταν το γαργάλημα τελειώσει, θα σκουπίσουμε τα δάκρυα από τα μάτια, τις μύξες από τη μύτη, θα ισιώσουμε το πουκάμισο και δήθεν αδιάφοροι θα προετοιμάσουμε τη σατανική μας εκδίκηση.

Τούτο το άρθρο, δε μπορεί παρά να τελειώσει με το περίφημο αφορισμό του Freud για τα πειράγματα: «…

Από το Νίκο Ρούσσο