Όλα μερικές φορές μοιάζουν να βρίσκονται μια απόφαση μακριά. Το μόνο που χρειάζεται είναι ένα μικρό άλμα πίστης. Τα πράγματα δεν είναι πάντα προβλέψιμα, μπορεί να φαντάζουν και αδύνατα. Κάποιες φορές όμως δεν είναι αρκετό αυτό για να μας εμποδίσει. Πολλές αποφάσεις θα έχουν ευτυχή κατάληξη, άλλες θα γκρεμοτσακιστούν με πάταγο και κάποιες ίσως να μην έφεραν αυτό που υπόσχονταν. Μια απόφαση πάντως είναι μια απόφαση και είναι πάντα μοναχική, αποτέλεσμα της βούλησης. Είναι ένα απότομο πέρασμα από τη μια κατάσταση στην άλλη, μια υπερβατική δραστηριότητα, το καταφύγιο της υποκειμενικότητας. Όταν λαμβάνουμε μια απόφαση η συνείδηση έχει πάψει να ασχολείται με τα εγκόσμια και αντικείμενο της είναι πλέον ο ίδιος της ο εαυτός.
Το να πάρουμε μια απόφαση και να προχωρήσουμε με αυτή είναι, πολλές φορές, η ανάμνηση της πιο φωτεινής μας στιγμής. Μια δόση θριάμβου που νοστιμίζει λίγο τη ζωή. Μια φυγή από την αιτιότητα, μια υπενθύμιση πως δεν είμαστε μηχανές. Δε θα μπορούσαμε βέβαια να παρακάμψουμε ένα παράδοξο ερώτημα: Πού και πως γεννήθηκε αυτή η απόφαση; Όπως λέει και ο Ζαν Πωλ Σαρτρ «Τη στιγμή της απόλυτης ελευθερίας μας, αισθανόμαστε πως δε μπορούμε να κάνουμε αλλιώς», μάλλον είμαστε καταδικασμένοι να είμαστε ελεύθεροι. Ακόμη και όταν, με νύχια και με δόντια, προσπαθούμε να μην αποφασίσουμε τίποτα, δε γίνεται να μην αναγνωρίσουμε πως το έχουμε ήδη κάνει. «Πότε αποφασίσατε να μην αποφασίσετε τίποτα; »
Θα μπορούσε να πει κανείς πως η φύση της απόφασης είναι ένα τυφλό σημείο. Ένα όριο που πίσω από αυτό δε μπορούμε να δούμε. Σαν να υπήρξε μια στιγμή που πεταχτήκαμε στον κόσμο χωρίς να έχουμε καταλάβει πώς και γιατί. Ένα Big Bang που γεννάει σύμπαντα ξανά και ξανά αλλά κανείς δε καταλαβαίνει τους νόμους που γέννησαν το ίδιο. Είναι το τέλος όλων των συζητήσεων, των αναλύσεων, και των πράξεων που χρειάζονται μια αιτία. Είναι το «κινούν ακίνητον», ένα αποτύπωμα του Θεού πάνω μας. Αν κάτι χρειάζεται εξωτερικές αιτίες να συμβεί, δύσκολα θα μπορούσαμε να το χαρακτηρίσουμε απόφαση. Είναι περισσότερο ένα αποτέλεσμα. Το ζήτημα είναι τι συμβαίνει όταν φτάνουμε στο «σημείο μηδέν», όπου τα πάντα είναι αιτία του εαυτού τους και πραγματοποιούμε άλματα από τη μια κατάσταση στην άλλη. Χωρίς εγγυήσεις, μόνο από μια πιεστική ανάγκη.
Ομολογώ πως πάντα μου φαινόταν περίεργο, σε σημείο να μου προκαλεί δέος, το πώς μπορούμε κι αγνοούμε τη συντριπτική πολυπλοκότητα της πραγματικότητας, λαμβάνοντας την οποιαδήποτε απόφαση. Υπάρχει κάτι το θρησκευτικό πίσω απ όλα αυτά. Διότι είναι δύσκολο, μέχρι και αδύνατον, να προβλέψουμε τι θα συμβεί. Δεν μπορούμε να υπολογίσουμε όλα τα πιθανά αποτελέσματα. Όμως λειτουργούμε σαν αυτό να συνέβαινε. Ή τουλάχιστον σαν να υπάρχει κάποιος που ξέρει τι θα συμβεί και μπορούμε να εναποθέσουμε ευλαβικά τη μοίρα μας στα χέρια Του. Κάποιες φορές εγκαταλείπουμε την εργασία μας, επειδή υπάρχει κάτι άλλο που επιθυμούμε και θέλουμε να κυνηγήσουμε, ακόμα κι αν δε ξέρουμε αν «θα μας βγει το ρίσκο». «Έχει ο Θεός» και καλό θα ήταν να βάλει και το χέρι του! Ο ερωτευμένος όταν παίρνει την απόφαση να εξομολογηθεί τον έρωτά του δε το κάνει επειδή είναι σίγουρος για το αποτέλεσμα (μάλλον το αντίστροφο θα λέγαμε). Οι αμφιβολίες του και η πιθανότητα να ντροπιαστεί είναι μια πολύ μικρή δύναμη μπροστά σε αυτό που μπορεί να κερδίσει. Μια δήλωση πίστης μπορεί να του εξασφαλίσει τη ζωή μετά το θάνατο. Ακόμα και το «Είμαι ερωτευμένος μαζί σου» μπορεί να εγείρει το ερώτημα: Πού; Πάντα θα υπονοούμε έναν τόπο που ξεπερνά και τους δυο. Κάπου είμαστε μαζί, ερωτευμένοι. Ποιός έφτιαξε αυτόν το τόπο που μοιάζει με Παράδεισο; Δυστυχώς ή ευτυχώς ο Θεός πετάγεται συνεχώς μπροστά μας. Σαν εκείνα τα φαινομενικά αθώα κουτάκια που μόλις τα αγγίξεις, πετάγεται απότομα από μέσα ένας κλόουν.
Η αίσθηση της απόφασης δεν πρέπει να είναι και πολύ διαφορετική από την αίσθηση που έχει και ένα βρέφος που ακούει τον εαυτό του να αρθρώνει μια λέξη. Η πρώτη λέξη είναι το σημάδι πως αποκόπηκε ολοκληρωτικά από τον κόσμο, τώρα πια το μόνο που θα κάνει θα είναι να τον καλεί. Ανάμεσα σε αυτό και την πραγματικότητα θα μεσολαβεί η αναζήτηση της αλήθειας. Από κει και πέρα η σχέση του με το περιβάλλον και τον ίδιο του τον εαυτό θα είναι κάτι πολύ διαφορετικό. Θα ψελλίσει «πα-πα»,» μα-μα», σαν ένα είδος προσευχής που επικαλείται θεϊκές δυνάμεις να του φανερωθούν. Σίγουρα σε κάτι αναφέρεται, και μόνο να φανταστούμε θα μπορούσαμε, την έκπληξη του παιδιού που κατάφερε να αλλάξει τη συμπεριφορά των άλλων χωρίς να ξέρει πώς, χωρίς να ξέρει γιατί, απλά βγάζοντας ήχους. Πώς άραγε πήρε την απόφαση να πει μια λέξη; Κάποιος θα απαντούσε πως δεν την πήρε ποτέ. Η ανθρώπινη βιολογία το αναγκάζει. Κάποια στιγμή η ανάπτυξη του εγκεφάλου το κάνει ικανό να αρθρώνει φθόγγους στη σειρά, αναπαριστώντας τον εξωτερικό κόσμο και χτίζοντας τον εσωτερικό. Από αυτή την άποψη τα παιδιά είναι σε πιο ευνοϊκή θέση από τους ενήλικες. Οι ραγδαίες αλλαγές της ανάπτυξης αποφασίζουν γι αυτά. Ο Θεός μίλησε.
Από το σημείο όμως αυτό κι έπειτα δε μπορούμε να μην παρατηρήσουμε πως μας ανήκει το βίωμα και η αίσθηση της απόφασης. Έστω και παρεμπιπτόντως, κάποια στιγμή αρχίσαμε να συνομιλούμε με την πραγματικότητα. Δεν την ελέγχουμε, μόνο την ονομάζουμε. Το να παίρνεις μια απόφαση είναι ένα άλμα πίστης. Όταν κανένα γεγονός δε φαίνεται να δικαιολογεί μια πράξη μας, τότε σίγουρα μια ανώτερη δύναμη μας την επιβάλλει. Θα επαναλάβουμε περήφανοι και τρομαγμένοι, ξανά από την αρχή, «Πα-πα», «Μα-μα»…
Πάντα υπήρξε μια δυσκολία για τους θεραπευτές η στιγμή που η επιθυμητή αλλαγή του πελάτη τους, φαινόταν να είναι μια απόφαση μακριά. Κι αυτό γιατί, πολλές φορές, αυτός δε δείχνει να είναι διατεθειμένος να την πάρει. Είναι κάτι, όπως πολλοί έχουν περιγράψει είτε με σοβαρό είτε με κωμικό τρόπο, που μπορεί να φέρει στα όριά τους, θεραπευτή και θεραπευόμενο. Πρόκειται για ένα ερώτημα που μπορεί και οι δυο να έχουν αλλά κανείς να μη το ομολογεί. Αφού είναι τόσο ξεκάθαρο με ποιο τρόπο η ζωή είναι δυσάρεστη, γιατί δεν αλλάζει; Άγνωστες οι βουλές του Κυρίου… Είναι ίσως απίθανο να μην είμαστε κάτω από την επιρροή ανώτερων δυνάμεων. Όπως είναι και απίθανο να μπορέσουμε να μην αποφασίσουμε τίποτα. Η ίδια η απόφαση είναι μια ανώτερη δύναμη. Μπορούμε να αποφασίσουμε να συντηρήσουμε τον ψυχικό πόνο, τη δυσαρέσκεια, θυσιάζοντας τον εαυτό μας για τον εξαγνισμό δυνάμεων που δε καταλαβαίνουμε. Η θυσία ήταν πάντα η ενοχική επανόρθωση ή η επίκληση στο έλεος. Ακόμα και η αυτοθυσία είναι μια απελπισμένη προσπάθεια να καταλάβουμε. Κάθε απόφαση που παίρνουμε είναι ένα ερώτημα. Τι θέλει ο κόσμος από μένα; Ποια είναι η θέση μου σ ΄ αυτόν; Τις πιο πολλές φορές ίσως να παραμένει σιωπηλός και η αλήθεια να βρίσκεται πολύ μακριά, κάνοντας τις αποφάσεις να μοιάζουν κενές μέσα σε μια πεζή πραγματικότητα. Σίγουρα υπάρχουν όμως στιγμές που η προσευχή ακούγεται και η πραγματικότητα αναγκάζεται να υποκλιθεί ταπεινά στην αλήθεια.

 

Από το Θοδωρή Δρούλια