Όταν έκλεισε πίσω μου η πόρτα του κρατητηρίου, ήμουν ακόμη στην αγκαλιά ενός αισιόδοξου πονοκέφαλου. Σε λίγο θα καταλάβουν το λάθος και θα με αφήσουν. Καθώς όμως περνούσε η ώρα ο πονοκέφαλος γινόταν όλο και πιο στριφνός. Με τη δυσοίωνη του ανάσα, έκοβε τη δική μου, ώσπου εξαντλημένος παραδόθηκα στον πρώτο ύπνο της ζωής μου δίχως όνειρα. Την επόμενη μέρα με ξύπνησαν μεταλλικοί κρότοι, που δε μπορούσα να πω με σιγουριά αν έρχονταν από κάπου έξω ή από μέσα μου. Αρκετά νωρίς το πρωί, οδήγησαν το σώμα μου, σε ένα δωμάτιο πιο σκοτεινό από το κελί μου(πότε έγινε κελί ΜΟΥ;). Δεν έχω παράπονο. Με κέρασαν καφέ και τσιγάρο, αλλά από ότι θυμάμαι η ευγένεια τους δεν ήταν ικανή να με κάνει να νιώσω οικειότητα αρκετή ώστε να τους κοιτάξω στα μάτια. Απέναντι μου κάθονταν άνετα, ένας άντρας και μια γυναίκα. Με ρώτησαν που ήμουν το βράδυ της Τετάρτης. Τους απάντησα πως ήμουν σπίτι. Με ρώτησαν- και μάλιστα δυο φορές- αν είμαι σίγουρος και ενώ τους διαβεβαίωνα με σκληρή φωνή, ομολογώ πως οι μέρες και οι νύχτες μου ξεκίνησαν δειλά να μπαίνουν η μία μέσα στην άλλη. Μετά με ρώτησαν πόσο καιρό γνώριζα το «θύμα» όπως είπαν, και ενώ σκέφτηκα να απαντήσω από πάντα- γιατί το θύμα ήμουν οπωσδήποτε εγώ- τους είπα την αλήθεια. Δύο χρόνια. Και ναι, είχαμε ένα μικρό διάστημα μια μπερδεμένη μα έντονη ερωτική σχέση. Ο άντρας χάιδεψε το μουστάκι του όταν με ρώτησε πως κατάφερα μια τόσο ομορφότερη από εμένα γυναίκα, πράγμα προσβλητικό αλλά και ταυτόχρονα αληθές. Ήταν η πρώτη φορά που είπα «δε ξέρω». Αυτό το «δε ξέρω» άνοιξε μια ρωγμή που φαίνεται ότι αδημονούσαν οι ανακριτές μου να συμβεί, διότι κάμποσες από τις ερωτήσεις που μου έκαναν από τότε ήταν κατασκευασμένες ώστε να έχουν την ίδια απάντηση. Είχε φίλους; Είχε παράλληλες ερωτικές σχέσεις; Πως τα πήγαινε με την οικογένεια της; Γιατί με έπαιρνε τόσα τηλέφωνα; Δε ξέρω… δε ξέρω… δε ξέρω… Αυτή η γυναίκα πριν πεθάνει ήταν και για εμένα τελικά ένα μυστήριο. Η θηλυκή ανακρίτρια με ξάφνιασε όταν είπε «γιατί έπρεπε να τη μαχαιρώσεις εικοσιπέντε φορές;» και όσο και να προσπάθησα, δεν έβρισκα καμιά δικαιολογία για αυτό. Ήμουν όμως ακόμη σε θέση να ακούω το θυμό μου, που ούρλιαξε από μέσα μου: «τι στο διάολο μου λέτε; Είμαι αθώος»

Τη τέταρτη μέρα της ανάκρισης, δεν είχε ούτε καφέ ούτε τσιγάρο για κέρασμα, αλλά μια πληροφορία ασφαλώς δυσάρεστη. Τα δακτυλικά μου αποτυπώματα βρέθηκαν στο ματωμένο μαχαίρι δίπλα από το πτώμα. Κοίταξα αυθόρμητα τα χέρια μου και ψιθύρισα «αποκλείεται», ενώ ήρθα σε δύσκολη θέση όταν συμφώνησαν ότι τα παιχνίδια τελείωσαν, ότι τους έχω κουράσει και πως θα νιώθαμε όλοι ανακουφισμένοι αν απλά έλεγα την αλήθεια. Έμεινα σιωπηλός. Διάφορες εικόνες περνούσαν γρήγορα μπρος από τα μάτια μου. Ένα μοντάζ γεγονότων και άλλων σκηνών που έρχονταν σαν μέσα από όνειρο και δε μπορούσες να αμφισβητήσεις την αφήγηση του. Η γυναίκα με σταμάτησε λίγο πριν βγω από τη πόρτα και μου είπε πως εκείνη με συμπαθεί σε αντίθεση με τον συνεργάτη της που με θεωρεί τέρας, ότι κάποια εξήγηση υπάρχει για το τρομερό πράγμα που έκανα και με συμβούλευσε να ηρεμήσω. Να πάω στο κελί μου, να βάλω τις σκέψεις μου σε μια σειρά. Φαίνομαι μπερδεμένος και συμβαίνει αυτό καμιά φορά, επειδή το να σκοτώνεις για κάποιους ίσως είναι και τραυματική εμπειρία. Όταν πω την αλήθεια και βγει από μέσα μου, όλα θα μπουν σε μια σειρά.

Ο δεσμοφύλακας ήταν σε γενικές γραμμές ευγενικός μαζί μου και εκείνο το βράδυ λίγο πριν κλειδώσει τη πόρτα με ενημέρωσε πως όλο αυτό το περιστατικό έχει δώσει ζωή στη μικρή μας πόλη, που δε συμβαίνει ποτέ τίποτε. Πίστευε και ο ίδιος πως έπρεπε να ομολογήσω, διότι παρότι το μαχαίρι που είχε τα αποτυπώματα μου, δεν ήταν το φονικό όπλο, ήταν ένα στοιχείο οπωσδήποτε καταδικαστικό. Όλο το βράδυ έμεινα ξάγρυπνος. Κοίταζα με λεπτομέρεια τα χέρια μου και αναρωτιόμουν αν θα μπορούσαν να είναι τα χέρια ενός δολοφόνου. Τα νύχια μου ήταν βρώμικα και παρότι προσπαθούσα να τα καθαρίσω, απλώς μεταφερόταν η βρωμιά από το ένα στο άλλο. Η γραμμή της ζωής μου φαινόταν πιο μικρή από ποτέ. Σα να είχαν μεγαλώσει τα χέρια μου και οι φλέβες τους να είχαν σκουρύνει. Είχα την αίσθηση ότι μέσα μου κυλούσε αίμα κακό. Μήπως τελικά τη σκότωσα εγώ;

Θα αναρωτιέται κανείς, γιατί δεν απολάμβανα τη προστασία κάποιου δικηγόρου. Μα αν θυμάμαι καλά, νομίζω ότι είχα. Ίσως μάλιστα κατάφερε να με βγάλει αρκετές φορές από τη δύσκολη θέση. Θα έλεγα και πάλι χωρίς να μπορώ να ορκιστώ γι’ αυτό, ότι ούτε εκείνος πίστευε στην αθωότητα μου. Δεν τον κατηγορώ. Σιγά σιγά είχα πάψει να τη πιστεύω και εγώ. Τη μέρα που τελικά ομολόγησα, είδα πόσο ανακουφιστικά μπορεί να είναι τα ψέματα. Οι ανακριτές χαμογέλασαν ύστερα από πολύ καιρό, ο δικηγόρος μου ένιωσε ένα βάρος να φεύγει από τους ώμους του και οι υπόλοιποι αστυνόμοι μάλλον με κοιτούσαν με μεγαλύτερο σεβασμό. Πλέον είμαι και επίσημα ένας δολοφόνος που περιμένει τη δίκαιη τιμωρία του. Οι εφημερίδες δείχνουν το πρόσωπο μου και τα μαυρόασπρα γράμματα «έγκλημα πάθους» που τη συνοδεύουν, μου προσφέρουν μια ταυτότητα που αν και σχετικά καινούρια, αρχίζω να νιώθω ότι μου ταιριάζει. Εκπλήσσομαι όταν καμιά φορά, θυμάμαι το βράδυ του φόνου να κάθομαι σπίτι μου, βλέποντας τηλεόραση ενώ στη «πραγματικότητα» μαχαίρωνα αλύπητα μια γυναίκα που αγαπούσα. Όμως δεν έχει πια καμιά σημασία. Είμαι ένοχος έτσι και αλλιώς για μια δολοφονία: τη δική της ή τη δική μου.

Ο νους μας χρειάζεται οξυγόνο. Και το οξυγόνο του είναι η αλήθεια. Η ψυχοπαθολογία από την άλλη φαίνεται να είναι το αναγκαίο ψέμα που μας βοηθά να συνεχίσουμε να υπάρχουμε όταν η αλήθεια δε μπορεί να ειπωθεί ή να ακουστεί. Τα συμπτώματα μας είναι μια βίαιη προσπάθεια να ανασάνουμε στα πνιγηρά, ανακριτικά γραφεία της πραγματικότητας. Ιδιαίτερα όταν ο εσωτερικός μας ανακριτής μοιάζει να μην ενδιαφέρεται για τίποτε άλλο πέρα από την επιβεβαίωση της θεωρίας του, μια ομολογία ενοχής φαίνεται πως είναι η μοναδική διέξοδος από την ανυπαρξία. Η απώλεια της ελευθερίας μας είναι η μοναδική ελεύθερη πράξη που μπορούμε να κάνουμε. Ο κόσμος μετατρέπεται σε μια αιώνια επανάληψη της ανάκρισης που τελειώνει πάντοτε με τον ίδιο τρόπο. Ακόμη και όταν δεν υπάρχει πτώμα.

Νομίζω πως μας μαγεύουν τόσο πολύ οι αστυνομικές σειρές μυστηρίου, διότι προσφέρουν μια μεταφορά του ανθρώπινου ενστίκτου προς την αλήθεια. Γοητευόμαστε από τις ανατροπές και ανακουφιζόμαστε από την ήττα του προφανούς, ακριβώς επειδή όλοι νιώθουμε πως κουβαλάμε μια αλήθεια που δεν έχει ακόμη ειπωθεί. Σάμπως η ψυχοθεραπεία δεν είναι η ήττα του προφανούς;(ή θα έπρεπε να είναι τουλάχιστον). Άλλωστε μοιάζει με μια ανάκριση που παρατηρεί τις κινήσεις, τις αντιφάσεις, τις λεπτομέρειες, τα άλλοθι και τις ομολογίες, τα κίνητρα και τα μοτίβα. Μια ανάκριση που προσπαθεί να αφηγηθεί τις μυθολογικές περιπέτειες της αθωότητας, ιδιαίτερα τις στιγμές που όλα μοιάζουν καταδικαστικά. Νομίζω ότι γοητευόμαστε από τα ακραία εγκλήματα, κοιτάζουμε με κομμένη την ανάσα τα ματωμένα άνθη του κακού στα πρωτοσέλιδα και τις ειδήσεις, ίσως επειδή εκεί μανιωδώς αναζητούμε την αλήθεια. Ίσως εκεί αναζητούμε πια, τους θεούς.

Από το Νίκο Ρούσσο