Για κάποιον η μυρωδιά του καμένου ξύλου από το τζάκι “θυμίζει” τη μιζέρια. Για κάποιον η απροσδιόριστη μελαγχολία των γιορτών, σφίγγει το στομάχι σαν ένα “ξεχασμένο” πένθος. Κάποιες φορές μια κακή διάθεση είναι αδύνατο να δικαιολογήσει ιστορικά τον εαυτό της. Άλλοτε είναι ένας ήχος ή ο τρόπος που εκφέρεται μια λέξη, ένα πρόσωπο ή μια τυχαία συνάντηση που “θυμίζει” μια επιθυμία ή μια απώλεια. Τα μνημονικά ίχνη του παρελθόντος μας, μοιάζουν με τα μνημεία που προσπερνάμε αδιάφορα στη καθημερινότητα της πόλης. Αναδύονται συνεχώς στο αδιάκοπο μουρμουρητό των συνειρμών μας, κιτρινισμένα και ασήμαντα αλλά ταυτόχρονα πολύ σημαντικά. Απαγγέλουν ψιθυριστά το ποίημα των αναμνήσεων μας. Φαίνεται πως τελικά, δε μπορούμε να αφηγηθούμε οποιαδήποτε ιστορία, πόσο μάλλον τη δική μας, χωρίς να επικαλεστούμε πρώτα τις μούσες. Και προσκαλώντας εκείνες, προσέρχεται μαζί τους η μυθολογική τους μητέρα, η Μνημοσύνη, η θεά της συλλογικής αλλά και της προσωπικής μνήμης. Η εφευρέτρια του λόγου και των λέξεων: “Τώρα ἄς παύσῃ τῆς κιθάρας/Ἡ γλυκόφωνη χορδή·/’Σ τὴν καρδιά μου τὴ θλιμένη/Τὴ νεότητα ἐνθυμεῖ”, γράφει ο Σολωμός ακούγοντας τη μελωδία της ανάμνησης του. Μήπως η μνήμη δεν είναι τίποτε άλλο από τη μουσική του παρελθόντος; Μήπως είναι η καρδιά, ο πραγματικός αποθηκευτικός χώρος των αναμνήσεων μας; Είναι μυστήριο πράγμα η ψυχική ανατομία…

Η ανθρώπινη μνήμη, καθόλου δε μοιάζει με μια πολύτομη εγκυκλοπαίδεια. Δεν έχει αλφαβητικές καταχωρήσεις, ούτε ιδιαίτερα αξιόπιστες πηγές. Δε διαθέτει τη μηχανική ευκρίνεια, το κομπαστική ταχύτητα και το αποθησαυριστικό ένστικτο των ηλεκτρονικών μας υπολογιστών. Αν μας ενδιαφέρει να την περιγράψουμε θα χρειαστεί πρώτα να αφουγκραστούμε την ιδιαίτερη ρυθμικότητα του παιδιού που μαθαίνει τη προπαίδεια ή το λαχανιασμένο τραγούδισμα στο μέτρημα του κρυφτού. Θα πρέπει να σταθούμε στη παράδοξη καθαρότητα της πρώτης μας ανάμνησης από τη ζωή- μια σταγόνα στον ωκεανό της παιδικής αμνησίας. Ένας σοφός καθηγητής Χημείας γνωρίζοντας την αγάπη της Μνημοσύνης για τις παράξενες ιστορίες, προτίμησε να μας μάθει το σουρεαλιστικό στίχο: μεθ-υσμένος αιθ-ίοπας προπ-ονείται βουτ-όντας παρά να απαιτήσει το ματαιόπονο παπαγάλισμα της σειράς των αλκανίων: μεθ-άνιο, αιθ-άνιο, προπ-άνιο, βουτ-άνιο. Η ανθρώπινη μνήμη αγκαλιάζει το παρελθόν με το μαντήλι της γιαγιάς που αφηγείται με ειλικρίνεια αλλά και κάθε φορά, τελείως διαφορετικά την ίδια ιστορία.

Ήταν οι Breuer και Freud που ανακάλυψαν πως τα συμπτώματα των ασθενών τους υποχωρούσαν όταν οι δεύτεροι αφηγούνταν τη ξεχασμένη τραυματική εμπειρία που τα είχε προκαλέσει. Δίχως άλλο μια τέτοια ανακάλυψη έβαλε τη Μνήμη στο θεραπευτικό θρόνο.  Ο ψυχαναλυτής πήρε με αισιοδοξία το αρχαιολογικό σκεπάρνι και το μεγεθυντικό φακό του ντετέκτιβ αναζητώντας ίχνη αναπολήσεων. Μα όπως είπαμε, η Μνήμη έχει αρκετές παραξενιές και δε βολεύεται εύκολα σε μια θέση. Σύντομα ο Freud, αναρωτήθηκε αν οι αναδυόμενες μνήμες των ασθενών του ήταν πραγματικές ή προϊόντα φαντασίας. Ήταν η ανθρώπινη ψυχή μουσείο ή θέατρο; Από τις 9 μούσες ποια ενέπνεε τους αναμνησιακούς συνειρμούς του αναλυόμενου κάθε φορά- η Κλειώ ή η Ερατώ; Ακόμη και σήμερα γίνονται πόλεμοι μνήμης στα εργαστήρια των νευροεπιστημόνων, στις αίθουσες των δικαστηρίων και φυσικά στα ντιβάνια και τις θεωρίες των ψυχαναλυτών. Πόση αλήθεια λέει η μνήμη μας; Πόσο αξιόπιστη πηγή γνώσης για τον κόσμο και το άτομο είναι; Και τι γίνεται όταν η μνήμη συναντά την επιθυμία;

 

«Ο Απρίλης είναι ο μήνας ο σκληρός, γεννώντας

Μες απ’ την πεθαμένη γη τις πασχαλιές, σμίγοντας

Θύμηση κι επιθυμία, ταράζοντας

Με τη βροχή της άνοιξης ρίζες οκνές.

Ο χειμώνας μας ζέσταινε, σκεπάζοντας

Τη γη με το χιόνι της λησμονιάς, θρέφοντας

Λίγη ζωή μ’ απόξερους βολβούς.»

 

Ο ποιητής Έλιοτ, μας επισημαίνει πως αν συναντηθούν η θύμηση με την επιθυμία τότε η άνοιξη- η νέα αρχή, αποδεικνύει το σκληρό της πρόσωπο, σε αντίθεση με τον χειμώνα που μας ζεσταίνει με το χιόνι της λησμονιάς. Η άνοιξη στην αναγεννητική της ορμή, μπλέκει το παρελθόν με το μέλλον, τη πραγματικότητα με τη φαντασία, την ακινησία χιλιάδων χρόνων γνώσης της γης με τη ταχύτητα της περιέργειας του νέου γεννήματος.  Όπως μια ερωτική σχέση που πάντα ξεκινά σαν αγκάλιασμα των παλιών μας εμπειριών με τις προσδοκίες. “Σα να σε ξέρω από πάντα” λέει ο ερωτευμένος, δίπλα στο “θα είμαστε για πάντα μαζί”.  Το υφαντό της μνήμης των πρώτων μας σχέσεων είναι καλά φορεμένο κάτω από το δέρμα μας, καλά προστατευμένο από το άγρυπνο βλέμμα της Λησμονιάς- αυτό που λέμε συνήθεια. Σχετιζόμαστε, ερμηνεύουμε και αποφασίζουμε χωρίς να αντιλαμβανόμαστε την ύπαρξη του. Μα την άνοιξη-αγαπημένη εποχή και των υποτροπών μας- η επιθυμία ξηλώνει βίαια τη παλιά ύφανση, αναγκάζει τη μνήμη να πει αλλιώς την ίδια ιστορία. Αν μπορούμε να θυμόμαστε συμβαίνει ακριβώς επειδή μπορούμε να ξεχνάμε. Ψαρεύουμε από το ποταμό της Λήθης, την α-λήθεια. Ανακαλώ σημαίνει ταυτόχρονα θυμάμαι αλλά και αποσύρω ή παίρνω πίσω. Όταν προσπαθώ να θυμηθώ, ζητώ να επιστρέψει η προσωπική μου ιστορία από τη χώρα της συνήθειας, στη χώρα της συνειδητής μου προσοχής. Αποσύρω την εμπιστοσύνη μου από την καθαρότητα των αυτόματων πεποιθήσεων. Επιθυμώ η μνήμη να μου εξηγήσει το τώρα, να μου περιγράψει ποιος είμαι. Επιθυμώ να μου υπενθυμίσει τι επιθυμώ. Άλλωστε η νοσταλγία, τι άλλο μπορεί να είναι από μια προσωπική ουτοπία; Ποια νοσταλγία δε κοιτάζει με το ένα μάτι στο μέλλον;

Όσο και να προσπαθώ να θυμηθώ, δε πήγα κάποτε στη φυλακή. Και όμως το σκοτεινό και υγρό μπουντρούμι μου και τον επισκέπτη ποντικό, τα φέρνω στη μνήμη μου με αρκετή ευκολία. Βράζω από μια δικαιολογημένη ανάγκη για εκδίκηση. Τι είδους ανάμνηση είναι αυτή; Τη νιώθω οπωσδήποτε δική μου. Και ας είναι οι σκηνές δανεισμένες από το αγαπημένο βιβλίο των παιδικών μου χρόνων τον Κόμη Μοντεχρήστο. Βούτηξαν οι λέξεις του, που τόσο αχόρταγα κατάπινα, μέσα μου. Έσμιξαν με τις δικές μου- ιδιαίτερα με εκείνες που δεν είχα σκεφτεί. Υφάνθηκαν με άλλες εικόνες από γεγονότα, παροιμίες, όνειρα, παραμύθια, οικογενειακές ιστορίες, σιωπές κτλ. και ακόμη συμβάλουν στη προσωπική μου εξιστόρηση, που αν και κυριολεκτικά είναι ανακριβής, ωστόσο λέει  αλήθεια.

Η ανακάλυψη ότι ανάμεσα στις μνήμες μας, υπάρχουν και κάποιες προσυμβολικές και προλεκτικές- μνήμες καταστάσεων που είναι αδύνατον να αναπαραχθούν ως γεγονότα, αποκαθιστά τη πίστη μας στη μυθολογική γενεαλογία της μνήμης. Φαίνεται πως υπάρχουν μνήμες που «μας έχουν και δεν τις έχουμε»- παραφράζοντας τα λόγια του Jung για τα συμπλέγματα. Ο ιστορικός μας εαυτός έχει μια πλευρά που δε μπορούμε, όσο και να θέλουμε να θυμηθούμε. Μπορούμε μόνο να την ονειρευτούμε…

Η ψυχοθεραπεία θα μπορούσε να οριστεί ως το πειραματικό εργαστήριο των αναμνήσεων. Εκείνων που έρχονται από το παρελθόν, αλλά και εκείνων που μοιάζουν να ξετρυπώνουν από το μέλλον. Αφηγήσεις ονείρων μισοξεχασμένων, ιστοριών που συνέβησαν πριν μια ώρα ή πριν τριάντα χρόνια. Ιστορίες που ξεκινούν με ένα «πάντα ήθελα» ή ένα «κανείς δε με καταλαβαίνει». Ιστορίες που γίνονται γνωστές μόνο μέσα από το σάστισμα του μεταβιβαστικού déjà vu. Παραμύθια που αφηγούμαστε ακόμη και χωρίς να το καταλαβαίνουμε: το κοριτσάκι με τα σπίρτα, κρυμμένο σε ένα ξεχασμένο σοκάκι της ψυχής μιας δυνατής και επιτυχημένης γυναίκας, ή τα φοβισμένα τρία γουρουνάκια εγκλωβισμένα σε ένα φρούριο από ατσάλι, πίσω από το πικρό χαμόγελο ενός εξαιρετικά ανεξάρτητου άντρα. Ίσως οι μνήμες μας τελικά, δε μας ανήκουν. Ίσως τις δανειζόμαστε για να εξηγούμε στον εαυτό μας και τους άλλους ποιοι είμαστε. Αν μια ανάμνηση βιώνεται ως αποκλειστικά προσωπική, αν δε μπορεί να έχει διαφορετικές εκδοχές ούτε να ενταχθεί μέσα στις συλλογικές ανθρώπινες ιστορίες, τότε βρισκόμαστε πολύ κοντά σε αυτό που ονομάζουμε τραυματική ανάμνηση. Δουλειά της ψυχοθεραπείας είναι να μας κάνει δημιουργικότερους αφηγητές της ζωής μας, ώστε να έχει περισσότερο ενδιαφέρον να ακούσουμε τον εαυτό μας- χωρίς δηλαδή τον αμυντικό πειρασμό της απόσχισης. Ίσως θα χρειαστεί να «ανακαλέσουμε» τη μνήμη από τη μοναχική και άρρητη επανάληψη της ατομικότητας μας. Ίσως θα χρειαστεί να τη παρατηρήσουμε να συνυφαίνεται με τις συλλογικές ανθρώπινες ιστορίες και μύθους και τα απόκοσμα μας όνειρα. Εμπλουτίζοντας τον εαυτό της και το κόσμο. Αποκτώντας το ενσυναισθητικό βάρος που δίνει η συμμετοχή.  Διότι αυτό που τελικά μας κάνει ανθρώπους είναι το πρωτόγονο μας ένστικτο να λέμε ιστορίες γύρω από τη φωτιά. Μνήμη και έμπνευση χορεύουν στην αποπλανητική ζεστασιά της εστίας. Μόνο αν θυμηθούμε ποιες ιστορίες λέμε στον εαυτό μας, μπορούμε ελεύθερα να τις αλλάξουμε!

από το Νίκο Ρούσσο