Γιατί ερωτευόμαστε το λάθος άτομο; Γιατί υποφέρουμε μαρτυρικά για κάποιον που μόνο εμείς δε βλέπουμε πόσο εσφαλμένη επιλογή(;) είναι; Το έχω δει και το έχετε δει. Το έχω ζήσει και κατά πάσα πιθανότητα το έχετε ζήσει. Ίσως το λάθος άτομο είναι παντρεμένο, αδιάφορο, τοξικό, απαγορευμένο, πολύ μικρό ή πολύ μεγάλο, πολύ διαφορετικό, άγνωστο, άρρωστο,  ακόμη και νεκρό. Η γλώσσα μας είναι γεμάτη εκφράσεις αρκετά περιγραφικές: αν δαγκώνουμε λάθος πράγματα όπως η λαμαρίνα, αν αφηνόμαστε στην νομοτελειακή έλξη το ετερώνυμου,  αν ορεγόμαστε τη κολοκυθόπιτα αντί για ένα φυσιολογικό φαγητό, αν εμπιστευόμαστε μια τυφλή ή στραβή-που δε κοιτά τα χρόνια για παράδειγμα- θεότητα, αν είμαστε συνένοχοι στη κλοπή της καρδιά μας, τότε σίγουρα έχουμε χαθεί μέσα στις περιπέτειες του αδύνατου έρωτα. Και ενώ ο Frank Zappa μας τραγουδά κατάμουτρα πως «οι ραγισμένες καρδιές είναι για τους μαλάκες(assholes)» φαίνεται πως επιθυμούμε τελικά αυτό το σπάσιμο του δοχείου της καρδιάς μας, ώστε να απελευθερώνονται ξανά τα δώρα της Πανδώρας. Με χειρότερο όλων φυσικά την ελπίδα. Ρωτήστε κάθε άνθρωπο που υποφέρει από τα βέλη του αδύνατου έρωτα και θα σας πει πόσο επίμονο και οδυνηρό είναι το βέλος της ελπίδας.

Απέναντι στα εγκλήματα του αδύνατου έρωτα, όλοι έχουμε τη παρόρμηση να ακολουθήσουμε τη γραμμή του Yalom, να γίνουμε δηλαδή οι δήμιοι του. Ο καθένας με το τρόπο του. Χρησιμοποιώντας λογικά επιχειρήματα, αποκαλύπτοντας οικογενειακά μοτίβα, ανοίγοντας τα μάτια μας όπως στο «Κουρδιστό Πορτοκάλι», απειλώντας, προτείνοντας φάρμακα. Γινόμαστε βίαιοι απέναντι στην ανόητη εμμονή. Λες και η μόνη δυνατή απάντηση στην επιμονή του, είναι ο εκνευρισμός. Τον εκνευρισμό εκείνον που δε μπορούμε να κρύψουμε μπροστά στον έρωτα του παιδιού για τη παιδικότητα του, του υποχονδριακού για την υγεία του, του υστερικού για την επιθυμία του. Ίσως η αντίδραση μας αυτή, είναι απλά η απόδειξη ότι η υπερβολή του έρωτα, πάντοτε θα αντισταθμίζεται από την αντανακλαστική ανάγκη για εξουσία. Σα να χρειάζεται ξανά και ξανά, να γιορτάζουμε τη μυστική συνουσία της Αφροδίτης και του Άρη- τι απίθανος έρωτας!

Ο αδύνατος έρωτας είναι στη πραγματικότητα ο υπομονετικός δήμιος μας. Ακονίζει το αστραφτερό τσεκούρι του ενώ εμείς προσευχόμαστε στα τέσσερα. Υποθέτω πως όλοι έχουμε κάνει ή ακούσει αυτές τις προσευχές: «αν μόνο αν, με αγαπούσες και εσύ!», «αν δεν έπινες τόσο πολύ», «ίσως μια μέρα πάρει διαζύγιο», «πόσο θα ήθελα να ήμουν πιο όμορφος, έστω πιο γοητευτικός», «πρέπει να φτιάξεις το μέσα σου, πήγαινε σε ένα ψυχολόγο!», «Ηλί Ηλί, λαμά σαβαχθανί». Απελπισμένοι ζητιανεύουμε για χρόνο, για μια ευκαιρία. Μα πιο πολύ από όλα, επιθυμούμε να απαλλαγούμε από την επιτακτική αμεσότητα της «πραγματικότητας». Σαν η «πραγματικότητα» να είναι απλώς μια φάρσα, ένα ενοχλητικό παιχνίδι εις βάρος μας, μια απάτη. Και τότε γίνεται κάτι καταπληκτικό. Αρχίζουμε να αντιλαμβανόμαστε το ανήκουστο: υπάρχει μια «πραγματικότητα» αλλά υπάρχει και μια διαφορετική «αλήθεια». Υπάρχει το αδύνατο, αλλά υπάρχει και ο έρωτας. Αυτή η τρομερή διχοτόμηση ανάμεσα στη «πραγματικότητα» και την «αλήθεια», μπορεί να γίνει η μαμή μεγάλων αλλαγών. Ξεγέννησε, για παράδειγμα, στις αρχές του προηγούμενου αιώνα τη ψυχανάλυση. Τη κόρη της «πραγματικότητας» του γιατρού και της «αλήθειας» του υστερικού. Ξεγεννά καθημερινά τη τέχνη, τα συμπτώματα, το βάθος.

Ο αδύνατος μας έρωτας, συνεχώς μας αναγκάζει να βρίσκουμε τον Άλλο μέσα μας, ή τουλάχιστον να τον αναζητούμε εκεί, μιας και η «πραγματικότητα» ρητορεύει πως αυτός που ερωτευτήκαμε δεν υπάρχει. Είναι όμως εκεί, ολοζώντανος και ζουμερός και γεμάτος υποσχέσεις. Έχει μυρωδιές, έχει παραξενιές, αν κάνεις λίγο ησυχία μπορείς να τον ακούσεις να αναπνέει. Η «πραγματικότητα» θα ουρλιάξει: «Είναι απλά μια φαντασία! Ένα είδωλο!». Η «πραγματικότητα» φαίνεται πως ζηλεύει τους άλλους θεούς, και απαιτεί να μη τους λατρεύουμε. Όμως αυτό το ζωντανό είδωλο μέσα μας, είναι τόσο σημαντικό που μας αναγκάζει να γίνουμε ειδωλολάτρες. Ξεφυσούμε, ξεπερνώντας την ενοχή και λέμε: «Ναι, αλλά εγώ την αγαπώ!»

Οι αδύνατοι μας έρωτες, πλέον μας έχουν στρέψει για τα καλά μέσα μας. Κάποιοι θα το περιγράψουμε ως κατάθλιψη, κάποιοι θα το καταδικάσουμε ως ανούσια υπερανάλυση, κάποιοι ακόμη θα το πούμε μέχρι και εγωισμό. Τώρα πια μέσα μας, δε κατοικούμε μόνο εμείς. Κατοικεί και το αγαπημένο μας «είδωλο». Μάλιστα φαίνεται να νιώθει τόσο οικεία, που σε κάνει να πιστεύεις πως κατοικούσε πάντα μέσα σου(ορισμένες φορές το λέμε κιόλας- είναι σα να τον/την ξέρω χρόνια). Και εδώ που τα λέμε έτσι είναι. Η επιμονή του φαίνεται πως τελικά έχει να κάνει με αυτό ακριβώς: Να αποδεχτούμε τα δικαιώματα ιδιοκτησίας του στη ψυχή μας. Και ενώ μια τέτοια ιδέα είναι ανατριχιαστική, έχουμε ήδη κατακτήσει δύο πράγματα: βρήκαμε το δρόμο για το μέσα μας και ξανασυστηθήκαμε με τους ενοίκους της ψυχής μας. Τα «εγώ ποτέ» μας κρύβονται από ντροπή επιτρέποντας να δούμε με περισσότερη τρυφερότητα την Ιουλιέτα που βρίσκεται στα επείγοντα του νοσοκομείου έχοντας πιει πέντε ντεπόν εξαιτίας της απόρριψης, τον Ορφέα που πήρε το ΚΤΕΛ για Θεσσαλονίκη ώστε να κάνει έκπληξη στην αγαπημένη του, μόνο και μόνο για να γυρίσει ντροπιασμένος με το επόμενο, την Ωραία Ελένη να καταθέτει μήνυση στο συνοικιακό της αστυνομικό τμήμα.

Φυσικά δεν είναι καθόλου καινούρια η ιδέα, πως ο έρωτας, ο πιθανός και ο απίθανος είναι μια προβολή των δικών μας «ειδώλων» στο άτομο που ερωτευόμαστε, μπας και ξεστραβωθούμε και τα δούμε και εμείς. Μια τέτοια σκέψη όμως είναι επικίνδυνο να μας οδηγήσει στο συμπέρασμα πως ο έρωτας δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα ναρκισσιστικό εργαλείο αυτογνωσίας. Ο έρωτας ευτυχώς έχει φτερά και ξεφεύγει εύκολα από κάθε προσπάθεια να τον καθηλώσουμε στο προσωπικό, «Εγωικό» μας συμφέρον. Κάθε θεραπευτής, νομίζω, που συναντά έναν ερωτευμένο πελάτη, διαμαρτύρεται εσωτερικά, διότι γνωρίζει πόσο δύσκολη και απρόβλεπτη δουλειά έχει μπροστά του. Διαμαρτύρεται για τον ιδιότροπο του σύμμαχο.

Οι αδύνατοι έρωτες μας, είναι παράξενοι ξεναγοί. Μας παίρνουν από το χέρι για να μας δείξουν το πλούτο των συναισθημάτων μας, το ορυχείο των ακατέργαστων δυνατοτήτων μας, τις αχανείς στέπες της Σκιάς, και τον γαλάζιο ουρανό των μυστηρίων. Βάζουν αλάτι στις πληγές μας για να τις κάνουν πιο νόστιμες. Προσφέρουν ευγένεια στον ηρωισμό, απλότητα στις μεγάλες ιδέες, οδύνες τοκετού στη μοναξιά, συνομιλίες με το θάνατο. Είναι επικίνδυνοι οδηγοί στη πολύτιμη, ιδιωτική μας τρέλα. Επιστάτες στον μυστικό κήπο που χρειάζεται η φαντασία μας για να καρποφορήσει. Μας βάζουν παράξενες ιδέες να φιλάμε βατράχους και να εμπιστευόμαστε τέρατα. Ενσαρκώνουν την δύστυχη μας διαίσθηση, πως πάντα κάτι λείπει. Και πάντα κάτι θα λείπει, και πάντα θα το ονειρευόμαστε.

Η απαραίτητη συνοδός του αδύνατου έρωτα, είναι η επιθυμία για ελευθερία. Η ελευθερία να περπατήσουμε σε αυτό το κόσμο, όσα βήματα και αν κάνουμε, ακολουθώντας τη εσωτερική, προσωπική μας πυξίδα που τελικά πάντα θα δείχνει στον Άλλο και πάντα θα μας οδηγεί στο δικό μας μονοπάτι. Δε θα χρειαστεί νομίζω να προσθέσω, τίποτε άλλο, παρά να παραθέσω τη τελευταία παράγραφο του Κώστα Καρυωτάκη σε μια επιστολή του προς τον αδύνατο του έρωτα, τη Μαρία Πολυδούρη: «Ήθελα πράγματι να ήμαστε, έστω και πουλιά, στο θαυμάσιο εκείνο τοπίο, όπως ήθελα να’ μαστε στο χωριό αυτό των Άλπεων, καλύτερα όμως -το ομολογώ- άνθρωποι, αλλά πιο απλοϊκοί, πιο ελεύθεροι από τώρα. Εν ανάγκη δε και Φρατέλοι. Τότε τουλάχιστο θα είχαμε την όμορφη αυτή γλώσσα να λέμε την αγάπη μας.»

 

από το Νίκο Ρούσσο