Η Μαρία μας είπε πως είναι δύσκολο πράγμα να γράψεις ένα άρθρο για το φλερτ, κυρίως επειδή ο μόνος τρόπος για να το προσεγγίσεις είναι φλερτάροντας μαζί του. Είπε επίσης πως η παρατήρηση του, γίνεται μόνο με τη περιφερειακή σου όραση και μόνο αν καταφέρεις να εμπιστευτείς τη διαίσθηση σου. Για το τέλος, η Μαρία κράτησε το καλύτερο, βεβαιώνοντας με το αινιγματικό χαμόγελο της, πως αν τελικά καταλάβουμε κάτι για το φλερτ έχουμε ταυτόχρονα καταλάβει κάτι για τη διαίσθηση. Παράξενη γυναίκα η Μαρία. Ενδιαφέρουσα αλλά και μυστηριώδης. Καθώς συζητούσαμε για το πως θα ξεκινήσουμε, συνέχεια πρόσθετε νέα υλικά για τη συνταγή της, κάνοντας μας να σιγοβράζουμε στο ζουμί μας. Να φλερτάρουμε με την ιδέα να μη το γράψουμε ποτέ.

Μπόλικο αλάτι πειρακτικού χιούμορ, που εξισορροπείται από μισό κουταλάκι του γλυκού, ζάχαρη κολακείας. Σίγουρα λευκό πιπέρι θεατρικού θυμού: “πως τολμάς και δίνεις σημασία σε άλλον;” που ακολουθείται από τη φρέσκια ρίγανη της εκδίκησης: “την επόμενη φορά θα σε πείσω πως μου είσαι αδιάφορη…”. Μια πρέζα θλίψης που χύνεται από το ελαφρύ κούνημα του κεφαλιού και το χαμηλωμένο βλέμμα. Ίσως μια ιδέα επιβεβαίωσης, απ’ το τυχαίο άγγιγμα στον ώμο. Τα υλικά μας είναι πολύ ευαίσθητα στο απότομο μαγείρεμα. Θέλουν προσοχή, σωστές αναλογίες και πολύ ήπια αύξηση της θερμοκρασίας. Για το φλερτ ιδανικότερος τρόπος μαγειρέματος, θεωρείται η τεχνική bain-marie που στα ελληνικά, εντελώς τυχαία(;), σημαίνει το μπάνιο της Μαρίας. Μέσα σε ένα σκεύος που βράζει το νερό, τοποθετούμε ένα δεύτερο σκεύος στο οποίο ρίχνουμε τα υλικά μας. Έτσι κατορθώνουμε να έχουμε περισσότερο έλεγχο της αύξησης της θερμότητας, χρησιμοποιώντας προς όφελος μας την έμμεση επαφή των υλικών μας με την πηγή της ενέργειας. Κεδρίζουμε από τις απώλειες. Ποιος αρνείται τη λιωμένη σοκολάτα του φλερτ;

Όπως το μαγείρεμα, έτσι και το φλερτ είναι μια τελετουργία. Κάθε τελετουργία είναι το σκεύος, μέσα στο οποίο εμπεριέχεται η μεταμόρφωση που προκύπτει από τη συνάντηση μιας απλησίαστης πραγματικότητας με την επανεμφάνιση της στο παρόν. Η τελετουργία του φλερτ μέσα από την οικουμενικότητα της, αποτελεί το πειραματικό δοχείο της μεταστοιχείωσης: Τα ειδάλλως α-σήμαντα στοιχεία της πραγματικότητας, αναμειγνύονται, παράγοντας κάθε φορά ένα καινούριο νόημα. Μια επίδειξη θυμού όταν φλερτάρουμε, δεν είναι και τόσο ξεκάθαρο αν έχει στόχο την απομάκρυνση ή την φωνακλάδικη προτροπή να με ακολουθήσεις. Μια κολακεία είναι κοροϊδία ή επιβεβαίωση της επιθυμίας μου; Όταν λιώνω από θλίψη, μπρος στα μάτια σου είναι επειδή με εγκατέλειψες ή σε προσκαλώ να με φροντίσεις;

Στα νησιά Ανταμάν έχει παρατηρηθεί, πως η διαδικασία σύναψης ειρήνης ανάμεσα σε δυο φυλές, γινόταν μέσω ενός παράδοξου παιχνιδιού, κατά το οποίο κάθε πλευρά είχε το ελεύθερο να καταφέρνει τελετουργικά χτυπήματα προς την άλλη. Η πρακτική αυτή που τόσο μοιάζει με παιχνίδι- που τόσο μοιάζει με το φλερτ- επικοινωνούσε την επιθυμία για ειρήνη μέσα από μια μίμηση του πολέμου, που μεταβόλιζε την επιθετικότητα σε μια ανεκτή και ακίνδυνη πραγματικότητα. Όπως καταλαβαίνουμε κατά τη διάρκεια της διαδικασία αυτής, το ενδεχόμενο της παρεξήγησης δύσκολα θα μπορούσε να απαλειφθεί. Πόσο μοιάζει αυτό με δυο παρεξηγησιάρηδες ερωτευμένους, που είναι μονίμως αναγκασμένοι να μαντεύουν το γρίφο των προθέσεων του παρτενέρ τους! Παίζοντας ύστερα με τους φίλους τους το πασίγνωστο παιχνίδι «-Μου είπε… -Της είπα…».

Στο φλερτ λοιπόν, παίζουμε. Διασκεδάζουμε με τα καπρίτσια του “είναι και δεν είναι” και του “σαν να”. Αν συνεχώς υπενθυμίζαμε στον εαυτό μας ότι τα κουκουνάρια μας δεν είναι χειροβομβίδες ή ότι τα λεφτά της Monopoly είναι απλώς χαρτάκια με τυπωμένα νούμερα, δύσκολα θα μπορούσαμε να απολαύσουμε τη “δολοφονία” του άλλου ή τη “χρεοκοπία” του. Παρομοίως στο παιχνίδι του φλερτ, μπορούμε έως και να απολαύσουμε τη “δολοφονία” και τη “χρεοκοπία” μας, αρκεί να μη μας υπενθυμίσει ο άλλος τι στα αλήθεια συμβαίνει μεταξύ μας. Δηλαδή ότι φλερτάρουμε. Το φλερτ είναι η τέχνη της έκπληξης. Σαστίζουμε κάθε φορά που αντιλαμβανόμαστε ότι μόλις έχουμε φλερτάρει. Ή όταν κάποιος παρατηρητής μας το υποδείξει, μέσα από τη βιαιότητα της κυριολεξίας του. Η τάση μας να το αρνηθούμε, τι άλλο να δείχνει πέρα από τη παραδοχή μας ότι συμμετέχουμε σε ένα τελετουργικό μύησης, που μόνο εμείς μπορούμε να κατανοήσουμε τα μυστικά του;

Η Μαρία μας είπε: “Το ένα γίνεται δύο, το δύο γίνεται τρία και από το τρίτο έρχεται το ένα ως τέταρτο”. Και για να μη παίζουμε πια, μιλάμε για τη Μαρία τη Προφήτισσα, αλχημίστρια και εφευρέτρια της τεχνικής του bain-marie. Ένα πρόσωπο που εικάζεται ότι έζησε ανάμεσα στον 1ο και 3ό αιώνα μ.Χ. και γνωρίζουμε για εκείνη μόνο μέσα από γραπτά άλλων. Διαβάζουμε στο Jung Lexicon: “Ο Γιούνγκ χρησιμοποίησε το αξίωμα της Μαρίας ως μια μεταφορά για όλη τη διαδικασία της εξατομίκευσης. Το ένα είναι η αρχική κατάσταση της ασυνείδητης ολότητας. Το δύο σηματοδοτεί τη σύγκρουση μεταξύ των αντιθέτων. Το τρία υποδεικνύει μια πιθανή επίλυση στη σύγκρουση. Το τρίτο είναι η υπερβατική λειτουργία. Kαι το ένα ως το τέταρτο είναι μια μετασχηματισμένη κατάσταση συνείδησης, σχετικά ολοκληρωμένη και σε συμφωνία με τον εαυτό της”. Ας προσπαθήσουμε να καταλάβουμε τα μυστηριώδη λόγια της, όπως νομίζουμε ότι αποκαλύπτονται στη φαινομενολογία της αλχημικής φύσης του φλερτ. Πριν σε συναντήσω είμαι ένα χαρούμενο ένα. Περιφέρω την αυτονόητη ύπαρξη μου σε έναν κατανοητό κόσμο. Ώσπου σε συναντώ και ανακαλύπτω τη ρωγμή μέσα μου, μιας και τώρα υπάρχει ο δικός σου κόσμος, που μου είναι ολοκληρωτικά ξένος. Το ένα ξάφνου γίνεται δύο. Ήμουν γεμάτος με βεβαιότητα και τώρα γεμίζω με αμφιβολία. Μέχρι και οι λέξεις αποκτούν αντιφατικά νοήματα. Καθώς η τελετουργία του φλερτ, που έχει μόλις ξεκινήσει, επιτρέπει μόνο υπαινιγμούς, είναι αδύνατο να απολαύσουμε μια οριστική ειρήνη. Είμαστε έρμαια ενός πολέμου που δεν επιδιώξαμε. Μόνο το παιχνίδι μας προστατεύει από το βάσανο της αντίφασης. Η τελετουργία του φλερτ, μας βοηθά να αντέξουμε το κενό που δημιουργείται μεταξύ μας αλλά και μέσα μας. Ύστερα στο κενό αναδύεται το τρίτο μέσα στο οποίο αναγκαστικά θα βουτήξουμε. Στην αρχή νομίζουμε πως είναι απειλή: ένας αντίζηλος, μια απόρριψη, το τέλος της απόλαυσης του φλερτ. Το τρίτο είναι ένα αγχωτικό άλμα που επιλύει τις αντιφάσεις: ο από μηχανής θεός, το πρώτο φιλί, η αποκάλυψη του προσώπου της μοίρας. Ο λόγος για τον οποίο όλα γίνονταν. Και ξανά από την αρχή, με μια ολόφρεσκια ενότητα περιφέρομαι σε έναν κατανοητό, αλλά όχι αυτονόητα, νόστιμο κόσμο. Είτε μιλάμε για μια νέα σχέση, είτε για τη γνώση της απόρριψης, η ρωγμή έχει έστω και προσωρινά κλείσει.

Πολλοί υποστηρίζουν ότι δε σταματάμε να φλερτάρουμε ποτέ. Συνεχώς άλλωστε θα ανοίγουν ρωγμές και θα χρειαζόμαστε συμπαίκτες για αυτό το παιχνίδι της αντίφασης. Το φλερτ μοιάζει να συμφωνεί στους τρόπους του με τα συμπεράσματα της Ψυχολογίας του Εαυτού. Στη ψυχοθεραπεία αλλά και στη ζωή, χρησιμοποιούμε ο ένας τον άλλο για να ρυθμιστεί αυτό που εννοούμε όταν λέμε αυτοπεποίθηση. Χρησιμοποιούμε τον άλλο ως καθρέπτη πάνω στον οποίο επιδιώκουμε να δούμε την αντανάκλαση της λάμψης του εαυτού μας. Άλλες φορές ο διπλανός μας γίνεται η οθόνη εκείνου που θαυμάζουμε, προσφέροντας μας το όραμα και την αισιοδοξία μιας ζωής που αξίζει να τη ζεις. Μερικές φορές διψώντας για ένα δίδυμο αδελφό, στεκόμαστε δίπλα του σαστισμένοι από την ομοιότητα μας. Αδελφές ψυχές σε έναν κόσμο ανυπόφορης μοναξιάς. Έτσι και στο φλερτ, δανειζόμαστε τα ποθητά μάτια του άλλου για να ποθήσουμε ξανά τον εαυτό μας. Αισιοδοξούμε πως θα αντέξουμε το πόνο, καθώς εκείνος μοιράζεται πιο δημοκρατικά. Απορρίπτουμε την απόρριψη, την επόμενη φορά που θα συναντήσουμε μετά από μέρες τη “Μαρία”. Απαλύνεται μέσα μας ο φόβος μήπως η επιθυμία μας δε βρει ανταπόκριση, σαγηνεμένοι εκ νέου από το ντροπαλό της ύφος όταν μας κοιτάζει. Μέσα από τις απογοητεύσεις και τις επανορθώσεις που βράζουν στο καζάνι του φλερτ, θα γευτούμε έναν καινούριο εαυτό. Μέσα στο παιχνίδι του φλερτ, γίνεται φανερό πως η ενσυναίσθηση, είναι ιδιαίτερα ευεργετική όταν ενεργοποιούμε τη διαισθητική μας ικανότητα να φανταζόμαστε αυτό που θα αναδυθεί από τις ρωγμές του άλλου. Η διαίσθηση είναι η αγάπη για αυτό που δε ξέρουμε ακόμη…

«Και αν, μέσα στα βάσανα του, ο άνθρωπος μένει βουβός, κάποιος θεός μου έκανε το δώρο τον πόνο μου να εκφράσω». Έτσι έγραψε σε ένα ποίημα ο Γκαίτε, τιμώντας σε μεγάλη ηλικία το νεανικό έργο του “Τα πάθη του νεαρού Βέρθερου”. Μια σχεδόν αυτοβιογραφική ιστορία, ενός απελπισμένα ερωτευμένου, όπως την διαβάζουμε μέσα από επιστολές. Σε μία από αυτές, στις 22 Νοεμβρίου γράφει: “Δεν μπορώ να παρακαλέσω το Θεό λέγοντας: “Άφησέ τη μου!” κι ωστόσο πολλές φορές μου φαίνεται πως είναι δική μου. Δεν μπορώ να του πω: “Δωσ’ τη μου”, γιατί είναι η γυναίκα ενός άλλου. Έτσι παίζω και χαριεντίζομαι με τον πόνο μου· αν άφηνα ελεύθερο τον εαυτό μου, θα γινόταν μια ολόκληρη λιτανεία από αντιθέσεις”. Αν αναλογιστούμε τη μοίρα του Βέρθερου, ο οποίος στο τέλος αυτοκτόνησε, ίσως τελικά, να ήταν καλύτερο να αφεθεί σε αυτή τη λιτανεία των αντιθέσεων που τόσο τον βασάνιζε και στις οποίες τόσο αντιστεκόταν. Όπως αντίθετα φαίνεται να τόλμησε ο ίδιος ο Γκαίτε, βρίσκοντας τις λέξεις, δημιουργώντας τον Βέρθερο, γεννώντας τον εαυτό του, μη ακολουθώντας τη μοίρα του δημιουργήματος του.

 

Από τους Θοδωρή Δρούλια και Νίκο Ρούσσο