Ήταν δευτέρα ή τρίτη γυμνασίου, όταν σε ένα πάρτι, αποφάσισα να ζητήσω από μια συμμαθήτρια να χορέψουμε μαζί. Φυσικά για να πάρω μια τέτοια απόφαση, είχα ήδη προβλέψει με τεράστια βεβαιότητα, ότι θα μου έλεγε όχι- ήλπιζα μόνο σε μια ενσυναισθητική ή έστω ευγενική απόρριψη.Ήταν περισσότερο μια ηρωική επιτέλεση καθήκοντος απέναντι στον εαυτό μου, παρά μια ουσιώδης κίνηση φλερτ. Σηκώθηκα, ξεστόμισα κάποιες ακατάληπτες κραυγές μιας και η μουσική ήταν δυνατά και είχα ήδη στρίψει περίπου δέκα μοίρες για να γυρίσω μακάριος στη θέση μου, όταν αντιλήφθηκα πως μου είπε χαμογελαστά «εντάξει!». Και κάπου εκεί, ξεκίνησε η αμηχανία. Εκεί που κανείς θα πίστευε ότι τελείωσε.

Ο χειρότερος εχθρός της αμηχανίας είναι ο εαυτός της. Όσο περισσότερο προσπαθούμε να τη κρύψουμε, τόσο πιο αμήχανοι αισθανόμαστε. Το βλέμμα μας χάνει τη πυξίδα του, το χαμόγελο μας μαρτυρά την αγωνία να μη χαμογελάμε, το κεφάλι μας δε βολεύεται πια πάνω στο λαιμό μας, και συνήθως τα χέρια μας παίρνουν τις πόζες ατάλαντου ηθοποιού. Το σώμα μας επιβεβαιώνει την αναγνώριση μιας προσωρινής παραφωνίας ανάμεσα σε εμάς και το κόσμο και η μεταδοτική της ικανότητα λειτουργεί ως μια ενδεχόμενη γέφυρα διάσωσης. Συνήθως θα προσπαθήσουμε να κάνουμε βολικότερη τη κατάσταση για τον εκτεθειμένο. Ο γνωστός κοινωνιολόγος Goffman υποστήριζε ότι η διαχείριση της αμηχανίας είναι ζωτικής σημασίας για τη διατήρηση αλλά και την ανανέωση της δομής των κοινωνικών συναναστροφών.

Η αμηχανία κατοικεί στο σταυροδρόμι ανάμεσα στις επιθυμίες να δούμε και να μας δουν. Να γνωρίσουμε και να γίνουμε γνωστοί. Θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι η έλλειψη αμηχανίας θα ήταν χαρακτηριστικό του ανθρώπου που είτε δε θα είχε καμιά περιέργεια για το κόσμο, είτε θα αδιαφορούσε ολοκληρωτικά για το ρόλο των άλλων στη δική του ζωή. Για έναν άνθρωπο που θα περιδιάβαινε ένα μοναχικό σύμπαν, χωρίς να επιδιώκει την επανασύνδεση με τις ιδιότητες των αντικειμένων και των υποκειμένων γύρω του. Η αμηχανία, προκύπτει τη στιγμή της από κοινού αναγνώρισης της παραβίασης μιας κανονικότητας. Συντονίζει με κύματα άγχους τα σώματα μας στη κοινή δυσφορία. Ενεργοποιεί την αμοιβαία ανάγκη για επανόρθωση. Είναι ο αδιάψευστος μάρτυρας του ενδιαφέροντος μας για τη κατάσταση του νου του άλλου ανθρώπου. Το αντίδοτο στο τρόμο που υποκρύπτει η αλαζονεία. Μια πιο σχεσιακή επιλογή από τη παράνοια.

Η αμηχανία, διαθέτει μια προνομιακή σχέση συνολικότερα με την επιθυμία. Το διακριτικό κοκκίνισμα της αγαπημένης όταν μας συναντά τυχαία στο δρόμο και η ελαφριά μελωδική βραδυγλωσσία μας σε μια ερωτική εξομολόγηση, οπωσδήποτε προσδίδουν μια κάποια γοητεία στη φανερωμένη τρωτότητα μας. Η αμηχανία ανήκει στις τροπικότητες της αγάπης. Είναι ένα από τα βέλη του Έρωτα. Μια πολυμήχανη στρατηγική αποκάλυψης της αλήθειας, όπως συμβαίνει για παράδειγμα στις γλωσσικές παραδρομές ή τα μικροατυχήματα. Πόσο αμήχανοι θα ένιωσαν οι παράνομοι εραστές Άρης και Αφροδίτη, όταν τους αποκάλυψε ο Ήφαιστος. Πόσο άβολη ήταν η θέση του Θεού μπροστά στον Ιώβ, όταν έπρεπε να τους εξηγήσει ότι η ταλαιπωρία του δεν είχε άλλο λόγο από ένα ουράνιο στοίχημα.

Αξίζει το κόπο, να ασχοληθούμε με τα πλέον χαρακτηριστικά όνειρα αμηχανίας. Τα όνειρα γύμνιας. Συνήθως σε αυτά συμβαίνει το εξής καταπληκτικό: Όταν αντιληφθούμε πως είμαστε μερικώς ή ολότελα γυμνοί σε ένα περιβάλλον που οι υπόλοιποι άνθρωποι είναι ντυμένοι, νιώθουμε τρομερά εκτεθειμένοι παρότι μοιάζει ότι κανείς δε δίνει σημασία στη γύμνια μας. Τι είναι το αληθινά εφιαλτικό σε αυτό το όνειρο; Θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι είναι η γύμνια καθ’ εαυτή το πρόβλημα, παρότι συχνά τα όνειρα δε δίνουν δεκάρα για τέτοιου είδους κοινωνικές τυπικότητες. Το πραγματικά αξιοπρόσεκτο και ενδεχομένως τραυματικό σε αυτά τα όνειρα είναι η αδιαφορία των υπόλοιπων ονειρικών προσώπων για την αξιολύπητη μας κατάσταση. Αφού κανείς δε προσέχει το πόσο εκτεθειμένοι νιώθουμε, είναι αδύνατο να ζητήσουμε ή να έρθει βοήθεια. Τέτοια όνειρα θα είχε ενδιαφέρον να τα δούμε όχι μόνο σαν μια υποκειμενική αίσθηση ανεπάρκειας ή επιθυμία αποκάλυψης, αλλά ίσως περισσότερο σαν μια αφήγηση της αφόρητης αμφιθυμίας που προκαλεί η αδιαφορία του περιβάλλοντος μας στη με κόπο κρυμμένη αμηχανία μας. Η ανακούφιση αλλά και ταυτόχρονα η τρομακτική μοναξιά που νιώθουμε μπροστά στην υπερβολική διακριτικότητα των ονειρικών μας συντρόφων, θυμίζει παράδοξα τη φράση του Winnicott: «είναι υπέροχο να κρύβεσαι αλλά και μια καταστροφή αν δε σε βρουν». Θα μπορούσαμε να τον παραφράσουμε: «είναι μια καταστροφή να φαίνεσαι αλλά και μια ακόμη μεγαλύτερη συμφορά αν δε σε δουν.»

Η αμηχανία, ως ένα καθολικό ανθρώπινο φαινόμενο, διαθέτει προφανώς ένα αρχετυπικό πυρήνα. Ως μια καλοήθης προβολική ταύτιση, μας παραπέμπει στις προκαθορισμένες δυνατότητες του είδους μας για σύνδεση. Είναι η ελπιδοφόρα αναμονή για τη βοήθεια του άλλου, για το καθρέφτισμα και την αποδοχή. Η αμηχανία συνδέεται με την ανθρώπινη μας ανάγκη για τη παρέμβαση του «από μηχανής θεού», μια δήλωση πίστης στην ύπαρξη του ευεργετικού άλλου. Η απουσία ικανοποιητικής ανταπόκρισης στα σήματα της αμηχανίας, μας βουλιάζει στο σκοτεινό πηγάδι της ντροπής. Μας ακινητοποιεί. Μας εγκλωβίζει στην αστραφτερή και άκαμπτη πανοπλία του ναρκισσισμού ή τη γκροτέσκα κρυψώνα της κοινωνιοπάθειας.

Πόσες στιγμές απόλαυσης έχουμε ζήσει όλοι, περιγράφοντας σε μια παρέα τις αμήχανες στιγμές μας! Οι αμηχανίες μας αποκτούν μια νοσταλγική αξία. Ίσως επειδή αντανακλούν τη δυνατότητα μας να νικάμε μέσα από την ήττα. Ίσως επειδή μας επιτρέπουν να περιγελούμε και έτσι να ελευθερωνόμαστε προσωρινά από τη συνηθισμένη μας ταυτότητα. Οι αμηχανίες μας, σαν το πρώτο ερωτικό ραντεβού είναι γεμάτες προσδοκίες, μεταμέλειες, άγαρμπα αγγίγματα αλλά και ανακουφιστικούς, προσωρινούς αποχαιρετισμούς. Επιτρέπουν την ονειροπόληση, τη φαντασιακή αναπαραγωγή της απόλαυσης αλλά και τους πειραματισμούς μας.  Μεσολαβούν ειρηνικά ανάμεσα στη συγχώνευση και την οργή. Ήπιες, κωμικές, ανανεωτικές παραφωνίες όπως το σπάσιμο της φωνής του έφηβου αγοριού, η πρώτη μας συνάντηση με τον θεραπευτή, η άβολη θέση του να σε κολακεύουν, το γλίστρημα σε έναν πολυσύχναστο δρόμο, μας συνοδεύουν στο κοινωνικό χώρο. Διεκδικούν το δικαίωμα μας να ζούμε αυθόρμητα.

 

απαπό το Νίκο Ρούσσο