Σήμερα ζούμε στην εποχή, στην οποία αν δεν καταφέρνουμε το «λίγο απ’ όλα» στην εργασία μας, θεωρούμαστε αναλώσιμοι. Συνήθως, η εικόνα του επιτυχημένου ατόμου είναι εκείνη στου οποίου το πρόσωπο συγκεντρώνονται η ομορφιά, η ευχάριστη διάθεση, οι πολλές αντοχές, η εξυπνάδα, η πολύ καλή διαχείριση του χρόνου, τα πολλά χόμπι και φίλοι και φυσικά οι υψηλές κοινωνικές δεξιότητες. Στο σημερινό εργασιακό περιβάλλον, το να είσαι επιτυχημένος, πολύ συχνά ισοδυναμεί με το να «βγαίνεις μπροστά σε όλα». Το παραπάνω επιφέρει πολύ συχνή κοινωνική έκθεση και αρκετές φορές απαιτεί ομιλία σε ακροατήριο, δεξιότητα που τοποθετείται μεταξύ των πρώτων στα κριτήρια επιλογής των εργοδοτών. Τι γίνεται όμως με το μεγάλο ψυχολογικό «βάρος» και άγχος που προκαλεί αυτού του είδους η έκθεση;

Κοινωνικό άγχος και προεκτάσεις του στο δημόσιο λόγο

Κοινωνικό άγχος ορίζεται ως το είδος του άγχους που προκαλείται στα άτομα εν όψιν κοινωνικών περιστάσεων, οι οποίες απαιτούν αλληλεπίδραση με άλλα άτομα. Σημαντικά στοιχεία που επιτείνουν την αγχώδη αυτή κατάσταση είναι η παρατήρηση και η αξιολόγηση των ατόμων αυτών από άλλα άτομα. Η διαφορά με την απλή ανησυχία είναι ότι το άτομο βιώνει έντονο φόβο την ώρα που διαδραματίζεται η κοινωνική περίσταση(συνήθως αναφερόμαστε σε περιστάσεις οι οποίες δεν είναι «οικείες» στο άτομο ή στις οποίες πρόκειται να αξιολογηθεί) και έντονη επιθυμία αποφυγής της κατάστασης. Μία τέτοια στρεσογόνος κατάσταση μπορεί να είναι και η δημόσια ομιλία. Συνήθως σε τέτοιες περιπτώσεις τα άτομα επικεντρώνονται στο φόβο που νιώθουν ως προς την αξιολόγησή τους με αποτέλεσμα να ξεχνούν ποιες είναι οι ικανότητές τους. Η κοινωνική έκθεση τέτοιου είδους είναι ικανή να ενεργοποιήσει πεποιθήσεις για τον εαυτό και δυσλειτουργικά σχήματα τα οποία οδηγούν στην αποφυγή με αποτέλεσμα τη γέννηση ενός φαύλου κύκλου. Τα άτομα που υποφέρουν από αυτό το είδος άγχους, έχουν ιδιαίτερα υψηλό άγχος αναμονής. Η φοβία της δημόσιας ομιλίας, είναι μια κοινωνική φοβία που ταλανίζει μεγάλο αριθμό ατόμων και παρεμποδίζει σημαντικά την καθημερινή τους ρουτίνα, την επαγγελματική λειτουργικότητά τους, τις κοινωνικές δραστηριότητές τους και τις διαπροσωπικές τους σχέσεις

Φόβος κριτικής και η σχέση της με τη θεωρία της μάθησης.

Όπως αναφέρθηκε και παραπάνω τα άτομα με κοινωνική φοβία υπερεκτιμούν την γνώμη των άλλων, κάνοντας προβολή της εικόνας που έχουν εκείνα για τον εαυτό τους, η οποία τις περισσότερες φορές είναι αρνητική και αγχώνονται καθώς θεωρούν πως αν εκτεθούν, ο περίγυρος θα τα αξιολογήσει αρνητικά. Έτσι πολύ συχνά οδηγούνται στ να αποφεύγουν, με διάφορες δικαιολογίες, καταστάσεις κοινωνικής έκθεσης. Η γονική απόρριψη ή αποδοκιμασία θεωρούνται καθοριστικοί παράγοντες για την ανάπτυξη κοινωνικής φοβίας. Κλινικές μελέτες έχουν δείξει πως άτομα με κοινωνική φοβία αντιλαμβάνονταν τους γονείς τους ως τους πιο αυστηρούς κριτές. Θεωρούσαν πως συνεχώς βρίσκονταν εκτεθειμένοι σε μια διαρκή παρατήρηση και αξιολόγηση.

Ξεκάθαρα λοιπόν, μπορούμε να αντιληφθούμε πως η συμπεριφορές αυτές δεν προϋπάρχουν στα άτομα αλλά αναπτύσσονται σταδιακά αναλόγως το περιβάλλον στο οποίο μεγαλώνουν, τις συμπεριφορές που δέχονται και προσπαθούν να κατανοήσουν και τις προσλαμβάνουσες που τελικά συγκεντρώνουν. Τα άτομα κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες αναπτύσσουν νοητικές δομές (σχήματα) που τα κάνουν ευάλωτα σε κοινωνική φοβία. Ο όρος σχήμα απευθύνεται σε μια γνωστική κατασκευή. Περιλαμβάνει ένα σύνολο πεποιθήσεων όπως για παράδειγμα «Αν προσπαθήσω να ασχοληθώ με κάτι που μου αρέσει, αλλά θεωρείται διαφορετικό σε σχέση με τα κοινωνικά πρότυπα, τότε όλοι θα είναι έτοιμοι να με κρίνουν αρνητικά». Όταν λοιπόν, μια στρεσογόνος κατάσταση ενεργοποιεί τα σχήματα τότε πολλές φορές η πραγματικότητα διαστρεβλώνεται, θεωρώντας ως πραγματικό και αντικειμενικό, όχι την υφιστάμενη κατάσταση αλλά την ερμηνεία της κατάστασης, φιλτραρισμένη μέσα από συγκεκριμένες πεποιθήσεις. Τα αγχώδη σχήματα περιλαμβάνουν πεποιθήσεις και πιστεύω σχετικά με τον κίνδυνο που συνδέεται με μια κατάσταση ή ένα γεγονός και τη μειωμένη ικανότητα του ατόμου να ανταπεξέλθει και μπορούν να εμφανιστούν όταν τα άτομα εκτεθούν σε κάποιο φοβικό ερέθισμα. Η ενεργοποίηση ενός τέτοιου σχήματος όπου το άτομο αντιλαμβάνεται τους ακροατές σαν κριτές του θα έχει ως αποτέλεσμα την επεξεργασία των λαμβανομένων πληροφοριών με καταστρεπτικό τρόπο. Αυτό με τη σειρά του οδηγεί σε αρνητικές αυτόματες σκέψεις, όπου στο φόβο της ομιλίας μπροστά σε κοινό , μπορεί να είναι.:

  • Είμαι ανόητος
  • Η φωνή μου τρέμει και τι θα λένε οι άλλοι
  • Νιώθω πως έχω κοκκινίσει γι αυτό όλοι θα με κοιτάνε περίεργα
  • Όλοι βαριούνται την ομιλία μου
  • Δεν τα λέω καλά
  • Άντε να τελειώσω
  • Έγινα ρεζίλι

Επίσης, οι συμπεριφορές και οι φοβίες ενός ατόμου μπορούν να θεωρηθούν συνάρτηση κοινωνικών επιδράσεων με ιδιαίτερη έμφαση στην έννοια της μιμήσεως. Ένα μεγάλο μέρος της ανθρώπινης συμπεριφοράς δεν είναι αντίδραση σε κάποιο ερέθισμα, αλλά μάθηση που προκύπτει ως αποτέλεσμα της συμπεριφοράς των άλλων. Κατά τους Bandura και Walters (1977), η δύναμη του παραδείγματος θεωρείται πολύ βασική, ειδικά αν δεχτούμε ότι το παιδί έχει έμφυτη τη τάση της μίμησης και διαμορφώνει στάσεις και συμπεριφορές από πολύ μικρή ηλικία που τον συντροφεύουν και στην ενήλικη ζωή του. Επίσης, κατά τα λεγόμενά τους, μάθηση μπορεί να επιτευχθεί και μέσω ταύτισης δηλαδή με την ενσυνείδητη ή υποσυνείδητη αποδοχή αξιών, κανόνων, διαθέσεων και τρόπων συμπεριφοράς προσώπων τα οποία τα άτομα αγαπούν ή θαυμάζουν (μοντέλα-πρότυπα).

Αντιμετώπιση κοινωνικής φοβίας-φοβία ομιλίας μπροστά σε κοινό

Σχετικά με τον τρόπο σκέψης

Σημαντικό είναι τα άτομα να μπουν σε μα διαδικασία προσπάθειας να ξεχωρίζουν ποιες σκέψεις τους είναι ρεαλιστικές και ποιες δεν είναι. Χρήσιμο είναι να θέσουν στον εαυτό τους τις εξής ερωτήσεις:

  • «Ποιες αποδείξεις έχω ότι ισχύει αυτό που σκέφτομαι;»
  • «Τι άλλο μπορεί να συμβαίνει;»

«Ακόμα κι αν ισχύει αυτό που σκέφτομαι, ποιο είναι το χειρότερο πράγμα που μπορεί να συμβεί;»

Σχετικά με τη συμπεριφορά

Τα άτομα κάθε φορά που αγχώνονται επικεντρώνονται στο συναίσθημα και δεν παρατηρούν τη συμπεριφορά του. Χρειάζεται το άτομο να γνωρίζει τι κάνει αλλά και τι σκέφτεται τη στιγμή που βιώνει άγχος. Έτσι λοιπόν, όταν εντοπίσει τον τρόπο που δρα αλλά και τις σκέψεις του σε τέτοιες καταστάσεις μπορεί να αρχίσει σιγά σιγά να επιδιώκει να βρίσκεται σε καταστάσεις που διεγείρουν εως κάποιο βαθμό το άγχος του και να προσπαθήσει μέσα σε αυτές να αλλάζει σημεία της συμπεριφοράς του.

Συγκεκριμένη στοχοθεσία

Τα άτομα που χαρακτηρίζονται από κοινωνική φοβία συχνά αισθάνονται πιο απομονωμένα και μόνα. Επιθυμούν περισσότερες κοινωνικές συναναστροφές, ωστόσο η επιθυμία τους αυτή είναι γενική και αόριστη. Χρήσιμο είναι να σκεφτούν πιο συγκεκριμένα και να γράψουν μια λίστα με καταστάσεις που τα αγχώνουν και να ξεκινήσουν από αυτή που τους δημιουργεί λιγότερο άγχος. Ξεκινώντας με τη λιγότερη αγχώδη κατάσταση τα άτομα έχουν το χρόνο να παρατηρήσουν τις σκέψεις τους, τα συναισθήματα και τις συμπεριφορές τους καθώς επίσης και να ελέγχουν στην πράξη κατά πόσο αυτό που φοβούνται επιβεβαιώνεται στην πραγματικότητα. Έχοντας έτσι καταφέρει τον ένα στόχο μπορεί να προχωρήσει και στον επόμενο, τον δυσκολότερο.

Καθοδήγηση με τις αρχές της Γνωσιακής-Συμπεριφοριστικής Ψυχοθεραπείας

Η Γνωσιακή-Συμπεριφοριστική θεραπεία προσπαθεί να τροποποιήσει τον τρόπο σκέψης του ατόμου και άρα την ένταση του συναισθήματος που βιώνει το άτομο και την συμπεριφορά που υοθετεί. Σχετικά με τον τρόπο σκέψης του το άτομο θα προσπαθήσει να αντικαταστήσει τις δυσλειτουργικές σκέψεις του, με ρεαλιστικές, στηριζόμενες στην αντικειμενική πραγματικότητα. Μέσα από τη Γνωστική-Συμπεριφοριστική ψυχοθεραπεία γίνεται προσπάθεια να αναδομηθεί η αντίληψη του ατόμου ότι οι γύρω του το κρίνουν και το παρατηρούν διαρκώς. Στόχος είναι να συνειδητοποιήσει το άτομο ότι αυτή η αντίληψη δεν είναι ρεαλιστική και να την αντικαταστήσει με μια αντίληψη που να ανταποκρίνεται στην αντικειμενική πραγματικότητα, μη ρεαλιστική δηλαδή αντίληψη. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι η αντιμετώπισης της κοινωνικής φοβίας μπορεί να γίνει ιδιαίτερα αποτελεσματική με την ομαδική θεραπεία. Ένα σημαντικό πλεονέκτημα της ομάδας είναι ότι το άτομο μπορεί να μοιραστεί τις εμπειρίες του με άλλους που αντιμετωπίζουν τις ίδιες δυσκολίες και ενθαρρύνεται στην προσπάθειά του από τα άλλα μέλη της ομάδας.

Bιβλιογραφία

Armfield, J.M. (2006). Cognitive vulnerability: A model of the etiology of fear. Clinical Psychology Review, 26(6): 746–768.

Bandura, A., & Walters, R. H. (1977). Social learning theory (Vol. 1). Englewood Cliffs, NJ: Prentice-hall.

Erickson, D.H., Janeck, A.S. & Tallman, K. A. (2007). Cognitive-Behavioral Group for Patients with Various Anxiety Disorders. Psychiatric Services, 58(9):1205–1211.

Hofmann, S.G. & Smits, J.A. (2008). Cognitive-behavioral therapy for adult anxiety disorders: a meta-analysis of randomized placebo controlled trials. Journal of Clinical Psychiatry, 69(4): 621–632.

Hofmann, S.G. (2007). Cognitive Factors that Maintain Social Anxiety Disorder: a Comprehensive Model and its Treatment Implications. Cognitive Behaviour Therapy, 36 (4): 193–209.

Lucock, M.P. & Salkovskis, P.M. (1988). Cognitive factors in social anxiety and its treatment. Behaviour Research and Therapy, 26(4):297-302.

Marks, I. & Dar, R. (2000). Fear reduction by psychotherapies recent findings future directions. British journal of psychiatry, 176: 507-511.

Mathews, A. (1978). Fear-reduction research and clinical phobias. Psychological Bulletin, 85(2):390-404.

Sadock, B.J. & Sadock, V.A. (2000). Kaplan & Sadock’s Comprehensive Textbook of Psychiatry (7th edition). New York: Lippincott Williams & Wilkins.

Wenzel, A., Finstrom, N., Jordan, J. & Brendle, J.R. (2005). Memory and interpretation of visual representations of threat in socially anxious and non anxious individuals. Behaviour Research and Therapy, 43(8): 1029–1044.

Ζαρταλούδη, Α. (2011). Γνωστική προσέγγιση της Κοινωνικής Φοβίας. Interscientific Health Care Vol 3(1), 1-9.

Ευθυμίου, Κ., Μαυροειδή, Αθ., Παυλάτου, Ε. & Καλαντζή -Αζίζι, Α. (2006). Πρώτες Βοήθειες Ψυχικής Υγείας. Ένας οδηγός για τις ψυχικές διαταραχές και την αντιμετώπιση τους. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα

Μαίρη Παναγοπούλου- Οργανωσιακός Ψυχολόγος

Ψυχολογία της Εργασίας (Μεταπτυχιακή εκπαίδευση – University of East London)

Διοικητική των Επιχειρήσεων με Διεθνή Προσανατολισμό (Μεταπτυχιακή Εκπαίδευση – Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών

Εκπαιδευόμενη στη Συνθετική Συμβουλευτική Ενηλίκων (Ψυχολογικό Κέντρο Χανίων)

Μέλος του συνδέσμου Διοίκησης Ανθρώπινου Δυναμικού Ελλάδος