Ο Wilfred Bion υποστήριζε πως «όταν δυο προσωπικότητες συναντιόνται, δημιουργείται μια συναισθηματική καταιγίδα», ενώ ο Carl Jung ήταν στο ίδιο μήκος κύματος νομίζω, όταν περιέγραφε: «η συνάντηση δύο προσωπικοτήτων είναι σαν την επαφή δυο χημικών ουσιών: αν υπάρξει κάποια αντίδραση και οι δυο μεταμορφώνονται». Οι υπαινιγμοί τους μας διδάσκουν πως για να κατανοήσουμε τον άλλο σημαίνει να είμαστε σε θέση να αλλάξουμε τον εαυτό μας. Πως η απόκτηση της γνώσης μέσα σε μια διαπροσωπική σχέση δεν είναι μια στατική αναγνώριση σημείων αλλά μια διαρκής εσωτερική μετακίνηση. Αλήθεια, πως μπορούμε, να φιλοξενήσουμε τόσο έντονες και ασταθείς δυναμικές μέσα στο θεραπευτικό δωμάτιο; Πόσο μπορεί να μας βοηθήσει να προστατευθούμε από τα σύννεφα της συναισθηματικής καταιγίδας η θεωρία, η οποία πολύ σωστά μας έμαθε να ξεχωρίζουμε για παράδειγμα τους στρωματοσωρείτες από τα μελανοστρώματα; Και τέλος, πόσο διατεθειμένοι είμαστε με υπομονή και πίστη να φτιάξουμε μία κιβωτό ικανή να φιλοξενήσει τη ζωή, όταν οι πλημμύρες φαίνεται να καταπίνουν ολόκληρο το κόσμο, υπακούοντας τη θεία οργή ή απελπισία;

Φυσικά και όλοι γνωρίζουμε διαισθητικά τη χιμαιρική φύση της ψυχικής μας ζωής. Γνωρίζουμε πως οι λέξεις μας είναι υδρατμοί, δυνατοί σα σφαίρες και τα συναισθήματα μας θυελλώδη μα και αόρατα. Γνωρίζουμε πως διαθέτουμε ένα άγνωστο παρελθόν και ένα γνωστό μέλλον. Γνωρίζουμε τέλος πως συνεχώς κάτι μας σπρώχνει προς την αλήθεια, λέγοντας μας στη διαδρομή απερίγραπτα ψέματα.

Πριν μερικές ώρες, έπεσα για πρώτη φορά στη ζωή μου με το μηχανάκι. Δε χρειάζεται να εξηγήσω πόσο προσωπικά το πήρα, όταν ξεκίνησε να βρέχει ενώ ήμουν καθοδόν. Το αυτοκίνητο που προπορευόταν πήγαινε απελπιστικά αργά, γεγονός που με έκανε να νιώσω τρομερά αδικημένος από τη ζωή και την αδιαφορία στον συνάνθρωπο. Το προσπέρασα λοιπόν με όλη την αλαζονεία του δίκαια αγανακτισμένου. Με πλησίαζε το σταυροδρόμι και ένα αυτοκίνητο σταματημένο στο στοπ, όταν διαπίστωσα πως τα φρένα μου δε πιάνουν και το μηχανάκι μου ανυπάκουο κατευθυνόταν προς τη σύγκρουση. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα έπρεπε να αποφασίσω αν θα πέσω στην ανάγκη των ασφαλιστικών ή στο δρόμο. Νομίζω ότι είναι εμφανές τι επέλεξα. Η κατάσταση του νου μου είχε ήδη στερεωθεί στην ανάγκη της επιβεβαίωσης της παντοδυναμίας μου. Και έτσι βρέθηκα φαρδύς πλατύς κάτω, με έναν γλυκό, μουσάτο κύριο από πάνω μου να με ρωτάει αν είμαι καλά. Πόσα ψέματα είπα στον εαυτό μου; Με πόση ταλαιπωρία προσπάθησα να μειώσω τη ταλαιπωρία μου; Και πόσο έτοιμος ήμουν να δω στα σύννεφα και τη λιγοστή(εδώ που τα λέμε) βροχή τους, έναν τύραννο που απείλησε τη σαββατιάτικη ελευθερία μου;

Ο Jung προειδοποιεί, πως «οι θεωρίες στη ψυχολογία είναι ο ίδιος ο διάβολος» όμως η λαϊκή σοφία συμπληρώνει πως «ο διάβολος που ξέρουμε είναι καλύτερος από το διάβολο που δε ξέρουμε». Τη θεωρία φυσικά τη χρειαζόμαστε, διότι χωρίς αυτή δε γνωρίζουμε καν που είναι το φρένο. Τι συμβαίνει όμως όταν μια βροχερή μέρα το φρένο δε δουλεύει και η τριβή είναι εναντίον μας; Πως μπορούμε να αντέξουμε αυτό τον άγνωστο διάβολο; Η ενστικτώδης αντίδραση είναι απλά να το πατήσουμε ακόμη πιο δυνατά. Να οχυρωθούμε με κάποιο φανατισμό στην ήδη υπάρχουσα γνώση. Να αντικαταστήσουμε την αδυναμία μας, με ένα καθησυχαστικό δόγμα. Να μεταμορφώσουμε τις λέξεις μας από μυστικές ερωμένες της αλήθειας, σε ευσεβείς και παρθένες πιστές της.

Ο καθαρός ουρανός δε φοβάται τις αστραπές, όμως σπάνια σε μια σχέση και φυσικά στη θεραπευτική δε θα υπάρξουν σύννεφα. Τις περισσότερες φορές, μπορείς να τα νιώσεις να αναδύονται στο χώρο ανάμεσα στις δύο πολυθρόνες. Γκριζωπά ή πιο λευκά, δυσκολεύουν τη προσπάθεια να σε δω και να με δεις. Μας προκαλούν δυσφορία με τη δυσοίωνη τους αοριστότητα, μας αναγκάζουν να οχυρωθούμε σε αυτά που ήδη ξέρουμε: στο καταφύγιο του δογματισμού της επανάληψης. Θέλετε να το πούμε αντίσταση; Μπορούμε ακόμη και να το πούμε μεταβίβαση ή αντιμεταβίβαση. Το σίγουρο είναι, πως η βίαιη εξέγερση μας ενάντια στο νεφελώδη ουρανό, η επίκληση της αιώνιας καθαρότητας, αργά ή γρήγορα θα μας οδηγήσει στην έρημο που μας έσπρωξε αρχικά στη θεραπεία.

Ίσως όμως, μπορούμε να θυμηθούμε μια παιδική μας συνήθεια. Να κοιτάξουμε με υπομονή και περιέργεια τα σύννεφα, αντί να νοσταλγούμε το γαλάζιο. Να καθίσουμε ο ένας δίπλα στον άλλο και να ξεκινήσουμε να ονειρευόμαστε τις μορφές που σχηματίζονται. «- Αυτός δίχως άλλο είναι ένας γάιδαρος!», «-Κοίτα εκεί! Ένας σκυφτός ζητιάνος!», «- Ο Θεός! Αυτά είναι τα μάτια του και το κατάλευκο του μούσι… Το βλέπεις και εσύ;», «- Πριν από λίγο έμοιαζε με λύκο, αλλά όσο το κοιτάζω καλύτερα μοιάζει στο σκύλο μου που έχασα πριν δέκα μήνες».

Κοιτάζοντας τα αυτό το τρόπο τα σύννεφα, καταφέρνουμε να συνεχίσουμε να ζούμε κάτω από τον ίδιο ουρανό. Μας επιτρέπει να γεννάμε φιγούρες  και να γεννιόμαστε από αυτές. Κοιτάζοντας τα σύννεφα, μπορούμε και οι δυο, θεραπευτής και θεραπευόμενος να παίζουμε και έτσι να αντέχουμε με την ιδέα του πόσο ασφαλές είναι να βλέπουμε διαφορετικά το ίδιο σύννεφο. Μαθαίνουμε να εμπιστευόμαστε ξανά την όραση μας, αλλά και εκείνη του άλλου και όχι να τυφλωνόμαστε από την επιθυμία μας για το καθαρό ουρανό. Κοιτάζοντας τα σύννεφα και περιμένοντας τις φιγούρες να μας αποκαλυφθούν αποκτάμε ξανά την ικανότητα να συνδεθούμε με τον κόσμο και τις εικόνες του. Σχετιζόμαστε με το αρχετυπικό μέσα από μια πράξη δημιουργίας και όχι από ένα παιχνίδι εξουσίας. Κοιτάζοντας τα σύννεφα και περιγράφοντας τι βλέπουμε, κανένας δε μπορεί να έχει δίκιο, τουλάχιστον περισσότερο από τον άλλο.

Όσα γράφτηκαν παραπάνω είναι επί τοις ουσίας ένας διαλογισμός πάνω στο χρόνο. Πεποίθηση μου είναι ότι χωρίς τους άλλους ανθρώπους, ο χρόνος δεν υπάρχει. Ίσως αυτό είναι που μας κάνει τόσο βιαστικούς. Ο αναπάντητος πόνος, μας εξαναγκάζει σε μια φοβερή επιτάχυνση ώστε να ξεφύγουμε από αυτόν, να προσφέρουμε στον εαυτό μας, μια μανιακή ανακούφιση. Πως μπορούμε άραγε να χρησιμοποιήσουμε τα λιγοστά λεπτά της θεραπευτικής ώρας;  Είναι μεγάλος ο πειρασμός για τον θεραπευτή και το θεραπευόμενο να αναζητήσουν βιαστικά συνταγές για καθαρούς ουρανούς. Όμως μπορούμε επίσης να καθίσουμε στο λίγο άβολο και υγρό πεζούλι. Να τεντώσουμε το χέρι δείχνοντας τον ουρανό. Να χάσουμε το χρόνο μας, κοιτάζοντας τη σύννεφα.

Από το Νίκο Ρούσσο