“The rest is silence”, Shakespeare

 

Το ύφασμα της ψυχοθεραπείας είναι άραγε φτιαγμένο για τις κόκκινες σημαίες του πολέμου ή τα κόκκινα σεντόνια του έρωτα; Ο θεραπευτής είναι στρατιώτης του θεού Άρη, ξεριζώνοντας άμυνες, σπάζοντας αντιστάσεις, ακολουθώντας το ιμπεριαλιστικό δόγμα: «Es war, soll Ich werden» (όπου ήταν το Αυτό, θα πρέπει να πάει το Εγώ);  Ή είναι γιος της Αφροδίτης, που θα χρειαστεί να υπομείνει τις αβεβαιότητες των αισθαντικών πειραγμάτων της και των άπειρων δοκιμασιών της, κατεβαίνοντας έως και στη κόλαση για να συναντήσει μια υποσχετική Βεατρίκη; Η ψυχοθεραπεία είναι ο ιερός πόλεμος για την απελευθέρωση μας από τη φαντασία ή ο ιερός μας γάμος μαζί της; Η παραμονή στο νησί της Κίρκης μας μεταμορφώνει σε γουρούνια ή αποτελεί αναγκαία στάση στο ταξίδι για την απόκτηση της σοφίας; Το σύμπτωμα είναι ο εχθρός της ελευθερίας μας ή ένας από τους τρόπους που η ψυχή μας μυεί στα μυστικά της; Πολλά ερωτήματα. Κάτι μου λέει πως μπροστά τους θα μένουμε πάντοτε εκνευρισμένοι και καχύποπτοι σαν απατημένοι σύζυγοι. Θα υποπτευόμαστε με πόνο τις κρυφές συναντήσεις αυτού του παράνομου και τόσο αντιφατικού ζευγαριού. Ίσως θα χρειαστεί να φτιάξουμε ένα αόρατο δίχτυ, όπως ο Ήφαιστος για να ξεμπροστιάσουμε τη μυστική συνουσία των δύο τόσο διαφορετικών θεοτήτων, εκτός αν με τη βία θέλουμε να μιμηθούμε τη τραγική τύχη του Οθέλλου. Και αφού τραυματιστούμε αρκετά από τη παρακολούθηση ετούτης την αρχετυπικής πρωτογενούς σκηνής, θα χρειαστεί να ζούμε, ξανά και ξανά τα ερωτικά καβγαδάκια τους. Όπως εκείνα για παράδειγμα που διαβάζουμε στις επιστολές του Freud με τον Jung. Ύστερα θα αναγκαστούμε να αντέξουμε εκ νέου τον επώδυνο χωρισμό του μπαμπά(F) και της μαμάς(J) μας.

Ο τίτλος του άρθρου με το διαζευκτικό ή στη μέση, ήδη μας βαπτίζει στην ιδέα ότι θα χρειαστεί να διαλέξουμε στρατόπεδο. Το «ή» είναι μια πολεμική κραυγή. Αν δε με διασκέδαζε το απλοϊκό λογοπαίγνιο ίσως και να τον άλλαζα. Και συνολικότερα ετούτο το άρθρο με γεμίζει μια αόριστη αμφιβολία. Φαίνεται πως όταν προσκαλούμε την Άνιμα σε μια διανοητική συζήτηση, χτίζουμε ταυτόχρονα με αρκετό θυμό την άμυνα μας απέναντι της. Αλλά ας προσπαθήσουμε να δούμε λίγο πιο ξεκάθαρα για τί πράγμα ακριβώς μιλάμε. Ποια πρέπει να είναι η στάση μας απέναντι στο ασυνείδητο; Θα χρειαστεί με ηρωισμό να το εξημερώσουμε, ή να εμπιστευτούμε τις δημιουργικές του δυνατότητες; Η μία οπτική προκρίνει την πρωταρχικότητα του Εγώ και την ενδυνάμωση του ως στόχο της θεραπείας και η άλλη αναζητά ένα κέντρο έξω από το Εγώ ως προορισμό της ζωής μας στο πλανήτη. Μοιραία η πρώτη είναι πιο κοντά στην επιστημονική εξιχνίαση του μυστηρίου της ανθρώπινης ψυχής και η άλλη επιμένει πως ο πλούτος μας είναι αυτό το μυστήριο.

Όπως και να έχει η ψυχοθεραπεία οφείλει να έχει για προορισμό της την αλήθεια. Και οι δυο προσεγγίσεις ορκίζονται ότι εκείνη υπηρετούν. Οι μηχανισμοί άμυνας, είναι στην ουσία συστήματα παραχάραξης της πραγματικότητας με σκοπό τη μείωση του άγχους. Στόχος των θεραπειών που επικεντρώνονται στις άμυνες μας, είναι μάλλον η απόκτηση της ικανότητας να απογοητευόμαστε καλύτερα- δηλαδή να μη χρειάζεται να τυφλωνόμαστε για να αντέξουμε την απογοήτευση. Από την άλλη πλευρά, η Άνιμα(και ο Άνιμους) είναι μάλλον ψυχικές παρουσίες που η γνωριμία μαζί τους μας μαθαίνει να γοητευόμαστε καλύτερα. Η Άνιμα στη ψυχολογία του Jung, είναι η προσωποποίηση της ψυχικής μας δυνατότητας για σχέση. Μέσα από την ερωτική ένταση που δημιουργεί η ετερότητα του φύλου(Άνιμα στον άντρα, Άνιμους στη γυναίκα), η ψυχική αυτή παρουσία μας αποπλανεί σε ένα εσωτερικό ταξίδι με σκοπό τη πληρότητα. Είναι ο ψυχοπομπός στη συνάντηση μας με το Άλλο- με το ασυνείδητο. Η δικιά της αλήθεια αποκαλύπτεται μέσα από την προετοιμασία του Εγώ μας να γονιμοποιηθεί από τη συλλογική ανθρώπινη εμπειρία με στόχο τη γέννηση ενός Εαυτού που θα υπερβαίνει το σύμπλεγμα των ατομικών μας εμπειριών. Και οι δυο τρόποι στοχεύουν να μας απαλλάξουν από την ανάγκη να ζούμε αυτόματα. Αν όμως ο πρώτος τρόπος θεωρεί πως αυτό γίνεται μέσα από το ξεστοίχειωμα του ψυχικού μας σπιτιού, ο δεύτερος διασκεδάζει με την ιδέα πως πρέπει απλά να καλωσορίσουμε- και γιατί όχι να κάνουμε ένα πάρτι με- τα στοιχειά μας.

Ποια είναι ετούτη που κατεβαίνει, ασπροντυμένη απ΄ το βουνό; Να είναι άραγε η Σεχραζάτ με τις χίλιες της ιστορίες ή η Άννα Ο με τις άλλες τόσες; Να θέλει άραγε να μαλακώσει τη τραυματισμένη- δολοφονική ψυχή μας ή απλά επιθυμεί σα τη Σαλώμη να μας πάρει τα μυαλά(ας ελπίσουμε τουλάχιστον, όχι κυριολεκτικά); Η παρουσία της Άνιμα, αιθέρια σαν τον καπνό από το τσιγάρο, φέρνει μαζί της και έναν αναπόφευκτο πρωινό βήχα. Σα να μη μπορούμε να σχετιστούμε με την Αφροδίτη, χωρίς να μας στραβοκοιτάξει από την άλλη άκρη του δωματίου ο Άρης. Όσο παράνομο και να είναι ετούτο το ζευγάρι, μάλλον θα χρειαστεί να αποδεχτούμε ότι πάντοτε έρχονται μαζί. Το αθώο κορίτσι στα όνειρα μας που θέλουμε να σώσουμε, είμαστε εμείς, όπως και ο ηρωικός ιππότης που περιφέρει το αστραφτερό σπαθί του- όπως ίσως και ο τρομακτικός δράκος που εμποδίζει τον έρωτα τους. Από όσα διαζύγια και αν υπομονετικά επιβιώσουμε, άλλες τόσες γλυκερές επανασυνδέσεις θα χρειαστεί να υποστούμε. Διότι το διαζευκτικό «ή» που τόσο θέλουμε να απαντήσουμε, γρήγορα μετατρέπεται σε ένα ρομαντικό «οι». Αν επικεντρωθούμε αποκλειστικά στην άμυνα, πάντοτε κάτι θα μας διαφεύγει, αν επικεντρωθούμε με εμμονή στην Άνιμα πάντοτε από κάτι θα διαφεύγουμε.

Η Άνιμα είναι πρωταρχικά ένα πλάσμα της φύσης. Είναι θα λέγαμε- και εδώ ξεκινούν οι πρώτες γροθιές- μια ανθρώπινη απεικόνιση της ψυχής της φύσης. Μια προσωποποίηση, δηλαδή της άπιαστης σχέσης μας μαζί της. Φόβος, επιβολή, ευγνωμοσύνη, μίσος, επιθυμία για γνώση, καταστροφή, εξάρτηση… Η φύση είναι καλή ή κακή; Η γέννηση της ανήκει όπως και ο θάνατος. Η άμυνα της μοναδικότητας μας απέναντι στη καταβροχθιστική της αγάπη, μας επιτρέπει να γεννηθούμε. Ο έρωτας μας για τα γεμάτα κακοκεφιές σκοτάδια της, για τις χωρίς λογική παραξενιές της, μας επιτρέπει να μπορέσουμε δειλά δειλά, να φανταστούμε το θάνατο. 

 

Από το Νίκο Ρούσσο