[Εις παιδάκι νεογέννητο…
ΟΠΟΥ ΑΠΕΘΑΝΕ ΕΠΕΙΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ ΤΟΥ ]
Ήλθε δω κάτου αφ’ τσ’ ουρανούς να δείξει το κοράσι
πόσο είν’ πιτήδειος ο Θεός και τί μπορεί να πλάσει.
Μα σα δεν ήβρε τ’ ορφανό καρδιά να το αγαπήσει,
άπλωσε πάλι τα φτερά στα ουράνια να γυρίσει.
Διονύσιος Σολωμός

Βρίσκω αρκετά ανησυχητικό, ότι σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις που κάποιος θέλει να μου περιγράψει ένα παιδάκι(ανιψάκι, εγγονάκι, παιδί φίλου κτλ) ανακοινώνει: “Δε μπορείς να φανταστείς πόσο έξυπνο είναι!”. Και το βρίσκω ανησυχητικό, διότι αν αφαιρέσουμε την αφέλεια από τα παιδιά, σε ποιον θα ανήκει; Ποιος θα είναι ο φορέας της τρέλας, του πρωτόγονου συναισθηματισμού και της εμμονικής περιέργειας, που πάντοτε συντρόφευαν το ανθρώπινο είδος; Ποιος τελικά θα μας πει την αλήθεια, όταν από παλιά γνωρίζαμε ότι αυτή ήταν ένα προνόμιο των μικρών και των τρελών; Ποιος θα τολμήσει να φωνάξει αθώα ότι ο βασιλιάς είναι γυμνός;

Στο υπόλοιπο άρθρο θα μιλάμε για το παιδί, ως φυσική οντότητα αλλά και ως ψυχικό περιεχόμενο. Θα αναφερόμαστε τόσο στο βρέφος που κοιμάται στη κούνια του, κολυμπώντας στον ωκεανό των δυνατοτήτων του αλλά και για εκείνο που γκρινιάζει μέσα μας και τα ουρλιαχτά του αντηχούν στα συμπτώματα μας και οι επιθυμίες του σαν ασκούπιστες μύξες εκθέτουν τη σοβαροφάνεια μας… Τι είναι όμως το παιδί;

Επέλεξα να παραθέσω το ποίημα του Σολωμού διότι είναι μια ιδιοφυής περιγραφή του παιδιού. Σύμφωνα με τον ποιητή μας το παιδί από τη μία πλευρά είναι το όχημα για την αποκάλυψη του μεγαλείου του Θεού(για την επιτηδειότητα του), από την άλλη ένα εντελώς αδύναμο πλάσμα που χωρίς την αγάπη και τη φροντίδα πεθαίνει. Είναι λοιπόν ένα ον που δύναται να αποκαλύψει τη λαμπρότητα της ύπαρξης αλλά δε μπορεί να κρύψει την ευαλωτότητα του καινούριου. Επίσης ενημερωνόμαστε πως τα παιδιά έρχονται από πάνω- “από τους ουρανούς”, σε αντίθεση με την επιστημονική μας πεποίθηση πως τα παιδιά ξεκινούν από κάτω και(όπως ένα δέντρο) αναπτύσσονται ανοδικά. Το παιδί είναι το σημείο εκκίνησης ή ο προορισμός; Το παρελθόν ή το μέλλον; Ένα θαύμα ή μια ήττα; Μήπως είναι όλα τα παραπάνω;
Σε ένα ποίημα του William Wordsworth, διαβάζουμε: “Το Παιδί είναι ο Πατέρας του Ανθρώπου”. Τούτη η οπτική, μας πληροφορεί πως το παιδί είναι το σημείο εκκίνησης. Εκεί θα πρέπει να εστιάσουμε το ενδιαφέρον και τη περιέργεια μας, προκειμένου να κατανοήσουμε τον άνθρωπο. Είναι η ποιητική έκφραση της φροϋδικής μας βεβαιότητας πως η θεραπεία μας είναι να ανακαλύψουμε το παιδί, μέσα στη παλινδρομητική του δυναμική και να το διασώσουμε από την ανευθυνότητα του. Από την άλλη πλευρά στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο διαβάζουμε: “Ἐάν μή στραφῆτε καί γένησθε ὡς τά παιδιά, οὐ μή εἰσέλθητε εἰς τήν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν.” Ετούτη είναι μια διαφορετική προσέγγιση. Μας λέει πως ο προορισμός είναι το παιδί. Πως πρέπει να ξαναγίνουμε παιδιά για να σωθούμε. Μεγάλο μπέρδεμα… Το παιδί πρέπει να ωριμάσει ή ο ενήλικας πρέπει να ξαναβρεί τη παιδικότητα του; Σε ετούτο το σύγχρονο δίλημμα, νομίζω πως είμαστε εγκλωβισμένοι. Και καταλήγουμε αμφιθυμικοί, αγχωμένοι, θυμωμένοι με το παιδί! Θέλουμε να του προσφέρουμε μια σωστή και ανέμελη παιδική ηλικία, αλλά ταυτόχρονα βιαζόμαστε να μεγαλώσει, παραγεμίζοντας το με τεχνικές γνώσεις και αναγκαίες δεξιότητες. Επιθυμούμε να απαλλαγούμε από αυτό αλλά επίσης να μας σώσει. Το λατρεύουμε και το μισούμε.

Θέλουμε δε θέλουμε, όλοι έχουμε υπάρξει παιδιά. Έχουμε συμμετάσχει βιωματικά σε αυτή τη παράδοξη, σκοτεινή και γεμάτη μυστήρια εποχή της ύπαρξης μας. Έχουμε ζήσει από πρώτο χέρι αυτό που είναι σχεδόν αδύνατο να περιγράψουμε αλλά οφείλουμε να προσεγγίσουμε. Για το πολιτισμό μας είναι πράγματι πολύ αμήχανο να ξεκινάει η ζωή σε μια κατάσταση που δε μπορούμε να μιλήσουμε με τα παιδιά, να τα ανακρίνουμε, να μας απαντήσουν στα αξιόπιστα ερωτηματολόγια μας και να επιβεβαιώσουμε τις θεωρίες μας. Για να κατανοήσουμε το παιδί, πρέπει να συμμετέχουμε στη φυσική κατάσταση του: Να το φανταστούμε! Αυτό δε κάνει μια μητέρα όταν ονειροπολεί τη ψυχική κατάσταση του βρέφους της και προσπαθεί να το παρηγορήσει; Αυτό δε κάνουμε στη θεραπεία; Προσπαθούμε ακολουθώντας συναισθήματα και συνδέοντας τα με φαντασιώσεις να ξετυλίξουμε την αλήθεια(ότι και αν σημαίνει αυτό). Ακόμη και στις πιο «ορθολογικές» θεωρίες- θεραπείες όπως οι γνωστικές, σιγά σιγά κατανοούμε πόση φαντασία κρύβεται πίσω από και μέσα στα γνωστικά μας σχήματα, όπως πχ στις εννοιολογικές μεταφορές. Το άγχος μας πιέζει(να μια εικόνα!) και ο έρωτας μας ανεβάζει(να μια άλλη!)

Το “νεκρό παιδί” είναι το παιδί από το οποίο έχουμε κλέψει τη φαντασία. Το παιδί που πλησιάζουμε με τη βεβαιότητα της αντικειμενικής γνώσης. Το παιδί που αντιμετωπίζουμε απλά σαν ένα μηχάνημα αναπτυξιακών φάσεων που αν όλα πάνε ρολόι, θα αποδώσει όπως κάθε επένδυση. Αρκεί να διαβάσει κανείς, ένα καλό manual. Είναι το παιδί που θέλουμε να ξεμπερδεύουμε μαζί του, πιστεύοντας πως αν ακολουθήσουμε πέντε ή έξι πολύ ανθρώπινες συμβουλές θα μας προσφέρει την ευτυχία. Είτε για το φυσικό μας παιδί είτε για το ψυχικό παιδί, η στάση μας απέναντι του συχνά είναι μη συμβολική. Απέναντι σε ένα τέτοιο μυθολογικό πλάσμα κυριολεκτούμε. Λέμε: “αφού σ’ αγαπάω και σου λέω γλυκόλογα γιατί δεν ωριμάζεις επιτέλους;” ή “αφού ξέρω ότι επιλέγω άντρες σα το μπαμπά μου, γιατί κάνω το ίδιο λάθος;” ή “αφού παραιτήθηκα από τη δουλειά που μου έκανε κακό, γιατί εξακολουθώ να νιώθω σκατά;”. Άλλες φορές η κυριολεξία, μας αναγκάζει να λειτουργούμε σα παιδιά. Επιλέγουμε τη παρόρμηση: “αφού το νιώθω θα το κάνω” και μετά αναρωτιόμαστε “τι στο καλό πήγε στραβά;”. Η κυριολεξία στα ψυχικά ζητήματα είναι ένας Ηρώδης. Του είπαν οι τρεις σοφοί ότι θα γεννηθεί ένας βασιλιάς και εκείνος νομίζοντας πως θα κινδυνεύσει ο θρόνος του, κατέσφαξε 14000 νήπια. Έτσι λειτουργεί ο κυριολεκτικός τρόπος σκέψης. Φονεύει. Άλλες φορές πάλι η κυριολεξία βάζει στο θρόνο το παιδί. Τι στο καλό θέλει εκεί το παιδί και ποιος θα επέλεγε στ’ αλήθεια να ζει σε ένα τέτοιο βασίλειο; Η θεραπεία οφείλει να είναι μια ταπεινή, συμβολική φάτνη.

Μερικές φορές έχω παρατηρήσει ότι όταν εμφανίζεται ένα νεκρό παιδί στο όνειρο ενός ανθρώπου, συχνά εκείνος βρίσκεται σε μια κατάσταση βίαιης ανάγκης να βρει μια “απτή λύση” για τα συναισθηματικά προβλήματα του. Συνήθως τέτοιοι άνθρωποι μεγάλωσαν σε περιβάλλοντα που δε προσέφεραν τις συνθήκες για να πειστούν πως πράγματι έχουν μια ψυχολογική ζωή διαφορετική από αυτή του γονέα, γεμάτη εικόνες ανεξάρτητες από την “απτή” πραγματικότητα. Το νεκρό παιδί στα όνειρα αυτά, μοιάζει με μια προειδοποίηση. Μια προειδοποίηση πως η αφυδάτωση της φαντασίας, η εμμονή με τον κυριολεκτικό κόσμο και τις λύσεις εκεί, σκοτώνουν το παιδί και τις δυνατότητες του. Είναι άνθρωποι που αν ανακαλύψουν πως πράγματι διαθέτουν ένα “εσωτερικό παιδί”, ξεκινούν τα παραγγέλματα: “Σ’ αγαπώ, σε συγχωρώ, σε πήγα και δύο εβδομάδες διακοπές, ξόδεψα για σένα κάμποσα λεφτά σε ψυχολόγο τώρα δεν έχεις λόγο να γκρινιάζεις, κάνε με καλά!”. Το παιδί φυσικά δεν υπακούει σε τέτοιες απειλές. Επιμένει να το ζωντανέψουμε. Επιμένει να φανταστούμε. Επιμένει να μας παρασύρει στην συνύπαρξη του με τα τέρατα και τις μάγισσες, τα κορίτσια με τα σπίρτα και τα τρία γουρουνάκια, το παράδεισο που ονειρεύεται και θέλει να του νοικιάσουμε, αλλά και τη κόλαση που ανοίγεται μπροστά του με αφορμή μια αναμενόμενη αποτυχία.

Για τον Jung: “το παιδί είναι όλα αυτά που έχουν εγκαταλειφθεί και είναι εκτεθειμένα, και ταυτόχρονα θεϊκά δυνατά. Η ασήμαντη, αμφίβολη αρχή και το θριαμβευτικό τέλος. Το “αιώνιο παιδί” στον άνθρωπο είναι μια εμπειρία που δε μπορεί να περιγραφεί, μια δυσαρμονία, ένα εμπόδιο και ένα θείο προνόμιο. Ο αστάθμητος παράγοντας που καθορίζει την τελική αξία ή απαξία μιας προσωπικότητας”. Μια λιτανεία αντιφάσεων, που κορυφώνονται στην εμπειρία του αιώνιου παιδιού(puer aeternus). Του παιδιού που δε μεγαλώνει, που απαιτεί την αιώνια προστασία μας. Που μας αναγκάζει να είμαστε ενήλικες, μιας και δε μπορεί να υπάρξει από μόνο του, όπως είδαμε στο ποίημα του Σολωμού. Δεν είναι ενδιαφέρουσα αυτή η οπτική; Η ανακάλυψη του παιδιού που έχουμε εγκαταλείψει μας βάζει στη διαδικασία της ενηλικίωσης. Το παιδί το χάνουμε και το ξαναβρίσκουμε διαρκώς. Κάθε τι καινούριο στη ζωή, μας βάζει στη θέση του παιδιού, κάθε τι άγνωστο μας κάνει να φαινόμαστε ανόητοι και τρελοί μπροστά του. Ύστερα εξοικειωνόμαστε, παύουμε να νιώθουμε μικροί, το «έχουμε». Μα δε θα περάσει και πολύς καιρός. Το παιδί θα επιστρέψει. Απαστράπτον. Απαράλλαχτο. Ξανά φόβος, ξανά πάνες, ξανά ξενύχτια…
Το παιδί αντλεί τη ζωντάνια του από το γεγονός, πως κουβαλάει μέσα του τόσες αρχετυπικές δυνατότητες! Έρχεται λαίμαργο να συνθέσει την οργιαστική του πανάρχαια φαντασία με την πραγματικότητα. Ταυτόχρονα καλείται να ακρωτηριάσει ένα κομμάτι της ζωντάνιας του, για να συμμετέχει στη κοινωνική ζωή. Ο ακρωτηριασμός αυτός, ο πόνος είναι μια αναγκαία προϋπόθεση της ενηλικίωσης, και άρα της δυνατότητας να υπάρχει το παιδί. Αν όμως ο ακρωτηριασμός είναι τόσο βαθύς, ώστε να χάσει κανείς εντελώς την ικανότητα να ζει μέσα του, τότε παράγεται αυτό που στο άρθρο ονομάσαμε “νεκρό παιδί”. Μια στατική εικόνα, Ένα πλάσμα φανταστικό και όχι ένα πλάσμα με φαντασία. Μια μίμηση της πραγματικότητας και όχι ο δημιουργός της. Το “νεκρό παιδί”, οφείλουμε να το ζωντανέψουμε μέσα στη θεραπεία, μέσα από την επιμονή στο παιχνίδι χωρίς σκοπό, μέσα από τις ανατροπές και το παράδοξο, μέσα από το να βγάζουμε τη γλώσσα στο θάνατο του νοήματος. Οφείλουμε να το διασώσουμε από την κυριολεκτική ενηλικίωση του. Διότι η ενηλικίωση είναι διεργασία και όχι κατάσταση…

Νίκος Ρούσσος – Ψυχολόγος