Call the world, if you please, «the Vale of Soul Making».

Then you will find out the use of the world…

Keats

Ας υποθέσουμε ότι στις 7 ακριβώς είναι κανονισμένο το πρώτο μας ραντεβού με ένα πρόσωπο για το οποίο έχουμε έντονο ερωτικό ενδιαφέρον. Λογικά στις 7 παρά 5 έχουμε φτάσει στο σημείο της συνάντησης, αν και κάναμε βόλτες τουλάχιστον για ένα δεκάλεπτο προηγουμένως, ώστε να μην αποκαλυφθεί το μέγεθος της ανυπομονησίας μας. Στις 7.02 αν δεν έχει εμφανιστεί το αγαπημένο πρόσωπο, εμφανίζεται αντ’ αυτού η πρώτη δυσφορία: Μήπως κάναμε κάποιο λάθος στην ώρα; Μήπως το ραντεβού ήταν για τις 8, ή πολύ- πολύ χειρότερα στις 6; Τσεκάρουμε το κινητό και επιβεβαιώνουμε ότι δε κάναμε λάθος. Το πρώτο κύμα θυμού είναι αρκετά ήπιο και φέρνει μόνο, έναν λευκό αφρό καχυποψίας: «λες να θέλω τον άλλο πιο πολύ, από ότι αυτός εμένα;» Στις 7.10 ο θυμός είναι πλέον αρκετά πιο σκοτεινός και βγάζει άσχημα συμπεράσματα για τον χαρακτήρα του: «τι αναίσθητο γαϊδούρι…». Έως τις 7.13, ο θυμός μας έχει αρχίσει να παίρνει σάρκα και οστά: «έτσι μου έρχεται να φύγω. Θα του δείξω εγώ!». Ετούτη η εκδικητική μανία είναι βραχύβια- μη ξεχνάμε είναι μόλις το πρώτο ραντεβού- και σύντομα δίνει τη θέση της στην ανησυχία: «Κάτι οπωσδήποτε συνέβη: ένα φριχτό ατύχημα, μια τρομοκρατική επίθεση, ίσως μια απαγωγή από εξωγήινους…». Όταν στις 7.20 το αγαπημένο άτομο εμφανίζεται λαμπερό και κάπως απολογητικό, το χαμόγελο μας, αποκαλύπτει την άπειρη κατανόηση που πάντοτε μας διέκρινε…

Το παραπάνω παράδειγμα, που ίσως κάποιοι από εμάς έχουμε ζήσει, μας δίνει νομίζω, μια γεύση από μια παλιά ψυχολογική υπόθεση, πως για τον άνθρωπο μια απουσία βιώνεται σαν μια αρνητική παρουσία. Ο άλλος που για είκοσι λεπτά δεν εμφανίζεται είναι παραδόξως παρόν, αλλά κάμποσο απογοητευτικός και στερητικός. Είναι κακός, επιθετικός και του αξίζει μια ανάλογη τιμωρία. Και εκείνη την συγκεκριμένη στιγμή που αναλογιζόμαστε τη δική μας αντίδραση, συμβαίνει το καταπληκτικό: ανακαλύπτουμε πως μεταμορφωνόμαστε εμείς στο κακό και επιθετικό υποκείμενο! Η αρνητική παρουσία του αμφίβολου άλλου, κατοικεί πλέον μέσα μας. Ίσως να είναι αυτή η μεταμόρφωση που μας κάνει στο τέλος να τον βλέπουμε σαν το θύμα μιας απαίσιας τραγωδίας…

Η απουσία, νομίζω πως γεμίζει με τον παράδεισο ή/και τη κόλαση. Καλώς ή κακώς ερχόμαστε σε αυτόν το πλανήτη εντελώς ανεξόπλιστοι να αντέξουμε ακόμη και τον ίδιο μας τον εαυτό. Η παρουσία του άλλου είναι αναγκαία ώστε να μας καταστήσει ικανούς να μεταμορφώσουμε τα εσωτερικά και εξωτερικά συμβάντα σε εμπειρίες. Τα έντονα μας συναισθήματα αλλά και τις μεγάλες απογοητεύσεις, σε γεγονότα που θα καταφέρουμε σιγά σιγά να σκεφτούμε ως πτυχές της προσωπικής μας ιστορίας. Η παρουσία του άλλου με την κατανοητική της επίδραση μας βοηθά να χτίσουμε μια σταθερή γέφυρα με τη πραγματικότητα που θα διασφαλίσει την ελευθερία μας να πηγαίνουμε αλλά και να αποσυρόμαστε από αυτήν. Μια γέφυρα που θα μας επιτρέψει να έχουμε μια ζωή στον κόσμο, αλλά και μια άλλη μέσα μας, όπου το μέσα και το έξω δε θα βρίσκονται σε μόνιμη σύγκρουση. Η απουσία τη στιγμή των μεγάλων εντάσεων καθιστά τον εξωτερικό και εσωτερικό κόσμο, επικίνδυνο. Κάθε τι που βιώνεται ως αρνητική ένταση, χωρίς τη διαμεσολάβηση ενός «σοφού» άλλου, είτε παραδίδει την ψυχολογική μας ζωή εντελώς αδύναμη να έχει επίδραση σε μια αδιάφορη και σκληρή εξωτερική πραγματικότητα(να η κόλαση), είτε φροντίζει να καταπιούμε τον εξωτερικό κόσμο μέσα στην ασφαλή μήτρα της παντοδυναμίας μας(να ο παράδεισος).

Κάθε σύμπλεγμα, κάθε εσωτερική παρουσία που ανακαλύπτουμε στη διάρκεια της ζωής μας, έχει και μια ιστορία απουσίας να αφηγηθεί. Ένα παράδεισο και μια κόλαση. Μια υπόσχεση γαλήνης και έναν τρόμο βαθιάς μοναξιάς. Ας πάρουμε για παράδειγμα έναν άνθρωπο που δουλεύει εξαντλητικά. Έναν εργασιομανή ή τελειομανή. Συχνά θα ακούει τον ανακουφιστικό ψίθυρο από τη χορωδία των αγγέλων του παραδείσου του να τον βεβαιώνουν πως στον επόμενο στόχο θα βρει επιτέλους τη χαρά. Όμως τη στιγμή του ανεξήγητου άγχους ή ενός συμπτώματος που τον ταλαιπωρεί, θα ακούει τα εκδικητικά γέλια των διαβόλων της κόλασης του να του υπενθυμίζουν πως αν πέσει, θα βουτήξει για τα πάντα στα καυτά καζάνια της αβοηθησίας. Αλλά ακόμη και αν μιλάμε τη γλώσσα των αγγέλων(ή των διαβόλων) αν δεν έχουμε την αγάπη σίγουρα θα παραμείνουμε κύμβαλα αλαλάζοντα.

Για ποια αγάπη όμως, μιλάμε; Ας κάνουμε μια μικρή παράκαμψη προς το παρόν. Ο τίτλος του παρόντος άρθρου παρότι κάπως προβοκατόρικος δεν αποκαλύπτει ούτε μεταφυσικές ανησυχίες, ούτε κάποια ιδιαίτερη περιέργεια για τη χρήση των ναρκωτικών. Ο όρος ψυχή όπως χρησιμοποιείται ακολουθεί τη παράδοση του James Hillman ο οποίος την προσέγγισε ως τη «δημιουργική πιθανότητα της φύσης μας, την εμπειρία μας μέσα από τη στοχαστική εικασία, το όνειρο, την εικόνα και τη φαντασία- τη λειτουργία που αναγνωρίζει όλες τις πραγματικότητες ως πρωταρχικά συμβολικές και μεταφορικές». Θα μπορούσαμε λοιπόν να υποθέσουμε ότι η ψυχή είναι εκείνο που δημιουργείται και εξελίσσεται μέσα από τις περιπέτειες της γνωριμίας και του ενδεχόμενου «γάμου του Ουρανού και της Κόλασης». Η ψυχή είναι η πιθανότητα της ανάδυσης ενός ανθρώπινου νοήματος μέσα από την απουσία. Η ψυχή μας «φτιάχνεται» όταν γεμίζουμε με εικόνες και συναισθήματα το αρκουδάκι που κουβεντιάζουμε όταν μας λείπει η μητέρα μας. Στα ποιήματα που γράφουμε όταν δε μπορούμε να μιλήσουμε στην αγαπημένη μας. Στα όνειρα που βλέπουμε και τα συμπτώματα που υποφέρουμε όταν δε μπορούμε να πούμε την αλήθεια μας.

Η αγάπη στην οποία αναφερόμαστε λοιπόν, είναι εκείνη η αφοσίωση, η περιέργεια και η γεμάτη σεβασμό παρατήρηση του εαυτού μας όταν προσπαθεί να δώσει νόημα στις αναπόφευκτες απουσίες. Μεταμορφώνει την αρνητική παρουσία από θανάσιμο εχθρό σε έναν ενδεχόμενο συνομιλητή. Είναι η παράλογη εμπιστοσύνη στην ανθρώπινη μας φύση και τον κόσμο. Η αγάπη κάνει εφικτή την ψυχική ζωή και η ικανότητα για μια ψυχική ζωή κάνει εφικτή την αγάπη.

Η ποιητική λειτουργία είναι μου φαίνεται η πιο χαρακτηριστική μεταφορά για το πως φτιάχνεται η ψυχή. Ένα από τα ποιήματα που μου έχουν μείνει στο νου από πολύ νωρίς τη ζωή μου είναι η Ξανθούλα του Σολωμού:

«Την είδα την ξανθούλα, /την είδα `ψες αργά/που εμπήκε στη βαρκούλα/να πάει στην ξενιτιά./Εφούσκωνε τ’ αέρι/λευκότατα πανιά/ωσάν το περιστέρι /που απλώνει τα φτερά./Εστέκονταν οι φίλοι /με λύπη με χαρά/κι αυτή με το μαντίλι /τους αποχαιρετά./Και το χαιρετισμό της /εστάθηκα να ειδώ, /ως που η πολλή μακρότης /μου το `κρυψε κι αυτό./Σ’ ολίγο, σ’ ολιγάκι/δεν ήξερα να πω/αν έβλεπα πανάκι/ή του πελάγου αφρό./Και αφού πανί, μαντίλι /εχάθη στο νερό /εδάκρυσαν οι φίλοι/ εδάκρυσα κι εγώ./Δεν κλαίγω για τη βαρκούλα /δεν κλαίγω τα πανιά /μόν’ κλαίγω την Ξανθούλα /που πάει στην ξενιτιά./Δεν κλαίγω τη βαρκούλα /με τα λευκά πανιά /μόν’ κλαίγω την Ξανθούλα /με τα ξανθά μαλλιά.»

Ο ποιητής μας χρειάζεται να υπενθυμίσει- και μάλιστα δύο φορές- στον εαυτό του για ποιο λόγο πραγματικά κλαίει. Διότι για να γίνει η απουσία της Ξανθούλας μια ανεκτή ψυχική πραγματικότητα ο ίδιος χρειάστηκε να τη μεταμορφώσει. Η στιγμή που ξεκινά η βάρκα και η απώλεια είναι πλέον αναπόφευκτη, το λευκό πανί της απώλειας γίνεται περιστέρι, και λίγο αργότερα αφρός του πελάγου. Αποκτά εικόνες που μπορούν να αναπαραστήσουν εκείνο που χάθηκε. Πλέον η ψυχή του μπορεί να συνομιλεί με εκείνο που δε βλέπει κυριολεκτικά μπρος του πια, κοιτάζοντας στον ουρανό ή αγναντεύοντας τη θάλασσα. Η πραγματικότητα μπορεί να εισρεύσει μέσα του, και το μέσα του να απλωθεί στο κόσμο και να βαθύνει τη πραγματικότητα.

Η ψυχή μας «φτιάχνεται», όταν επιτρέπουμε στον αφρό της θάλασσας που τόσο νοσταλγούμε και τα περιστέρια των ονείρων μας, να αποκτήσουν αξία. Όταν κατορθώσουμε άλλες φορές μόνοι μας και άλλες φορές με βοήθεια να σταθούμε, παρά τους τραυματισμούς μας, επίμονοι ακροατές της αυθόρμητης έκφρασης του πόνου και της ελπίδας μας.  Όταν ακολουθήσουμε τα χνάρια των εικόνων μας- οσοδήποτε ανούσιες και να φαίνονται, ίσως μας οδηγήσουν να συναντήσουμε τη δική μας, ξεχασμένη Ξανθούλα…

 

Από το Νίκο Ρούσσο