Και όμως η πιο συχνή απάντηση στο θεραπευτικό μάντρα: «πως νιώθετε γι’ αυτό;» είναι «πως να νιώθω; άσχημα…». Κανείς θα μπορούσε να είναι αρκετά καχύποπτος με μια τέτοια απάντηση θεωρώντας την, μια επί της ουσίας αμυντική απόκρυψη του πραγματικού συναισθήματος. Μια ασαφή και αόριστη ένδειξη δυσφορίας, που επιμένει να ρίχνει τεχνητή ομίχλη στο πιθανό θυμό, απελπισία, λύπη, φόβο, ζήλια, απογοήτευση και ούτω καθεξής. Αν όμως κρύβει αυτή η απάντηση κάτι, αποκαλύπτει κάτι άλλο. Αποκαλύπτει το τρόπο που σχετιζόμαστε με τον εαυτό μας, που τον κοιτάμε όταν υποχρεωνόμαστε να επικυρώσουμε αυτά τα συναισθήματα ως δικά μας. Αναγκαζόμαστε να δεχτούμε, έστω και προσωρινά πως μοιάζουμε ξένοι, περίεργοι και απωθητικοί σαν το καημένο το ασχημόπαπο. Η γνώση πως δεν είμαστε πια οι πεντάμορφοι αλλά τα τέρατα, ίσως δίνει μια άλλη διάσταση στο τρόπο που ακούμε την αφήγηση του παραμυθιού της ζωής μας. Ο ήρωας αλλάζει. Η μεταμόρφωση γίνεται αναγκαιότητα και όχι μια απλή επιθυμία. Η ασχήμια, δεν είναι απλά ένας ατυχής συνδυασμός γονιδίων, ούτε μια επιπόλαιη προτίμηση. Είναι η κατάσταση μας τη στιγμή του πόνου και ο πόνος μας για την ανθρώπινη μας κατάσταση.

«Το λοιπόν το κορμί της γυναικός ήτανε μικρό και παρμένο… είχε το μούτρο της τη μορφή του καλαποδιού… οι μηλίγγοι και το μέτωπο και τα φρύδια και η κατεβασιά της μύτης γεροντίστικα… Και τούτη ήταν η κατοικία της ψυχής της της πονηρής και της αμαρτωλής». Να ποια είναι περίπου η περιγραφή της φθονερής Γυναίκας της Ζάκυθος από το Διονύσιο Σολωμό. Η ασχήμια είναι και η απόδειξη της κακίας της. Ένα τέτοιο πλάσμα πως μπορεί άραγε να είναι τέκνο του θεού; Η ασχήμια προκαλεί το γέλιο(όπως στη περίπτωση του Ήφαιστου) ή την ηθική καταδίκη(όπως στη περίπτωση της Γυναικός). Μάγισσες, δαιμόνια, καλικάντζαροι, νάνοι, ζόμπι είναι μερικά από τα πλάσματα του club των άσχημων της φαντασίας μας. Φέρουν μαζί τους το ζώο, τη βαρβαρότητα, την ασθένεια, το γήρας, τη παλινδρόμηση. Είναι εχθροί του πολιτισμού και της τάξης. Κατώτερες μα επικίνδυνες μορφές διαταραχής. Η ασχήμια είναι πρωτόγονη, με ερωτηματικό ανθρώπινη και καθόλου μα καθόλου πνευματική. Η ασχήμια είναι ο καθρέφτης αυτού που δυσκολευόμαστε να δούμε μέσα μας. Ωμή και γυμνή. Και καταραμένη…

Ο άνθρωπος που γεννιέται άσχημος έχει μια πιο κυριολεκτική και βίαιη γνώση αυτής της κατάστασης. Ο Robert Hoge στο «Ugly: My memoir»[1], γράφει για τη μέρα της γέννησης του: «Αυτό που θα έπρεπε να είναι ένα θαυμάσιο δώρο ήταν αντίθετα ένα μικρό μωρό, που ήταν τερατωδώς παραμορφωμένο και σίγουρα αδύνατο να αγαπηθεί». Για να μη θυμηθούμε τη τύχη του Ήφαιστου,  όπου η ασχήμια του προκάλεσε τόσο αποτροπιασμό στη μητέρα του Ήρα ώστε να τον πετάξει άκαρδα από τον Όλυμπο. Η σχέση της αγάπης με την ασχήμια είναι αρκετά ιδιαίτερη. Καθόλου αυτονόητη όπως είναι της αγάπης με την ομορφιά. Η ασχήμια βιώνεται σαν μια διπλή κίνηση. Θυμίζει την αυθόρμητη ακτινοβολία της πληγής. Προσελκύει και διώχνει. Επιθυμεί το άγγιγμα αλλά και σπρώχνει αντανακλαστικά. Επιθυμεί το βλέμμα αλλά προτιμά να κρύβεται από αυτό.

Ο Meltzer επισημαίνει: «Το μωρό πρέπει να κρατηθεί σαν ένα αισθητικό αντικείμενο από τη μητέρα, έτσι ώστε η εμπειρία του έρωτα τους να αντηχήσει και να κλιμακωθεί σε ένταση»[2]. Είναι αυτός ο έρωτας που συνδέει μωρό και μητέρα, που κάνει την αγάπη να μπορεί να εντυπωθεί σαν εμπειρία μέσα από το χορό των αισθήσεων και των αγγιγμάτων, που ενεργοποιεί τη περιέργεια για το κόσμο και τα περιεχόμενα του. Πόσο όμορφη πρέπει να είναι η μητέρα- κόσμος στην αρχή της ζωής! Πόσο τα υπέροχα, επιθυμητικά της μάτια αντανακλούν σα καθρέπτες το κάλλος του μωρού της! Η ομορφιά, ως ασφαλής σύμμαχος της αγάπης είναι «επιστημολογική αναγκαιότητα. Είναι ο τρόπος με τον οποίο οι θεοί αγγίζουν τις αισθήσεις μας, φτάνουν τη καρδιά, μας έλκουν στη ζωή»[3]. Η ασχήμια όμως;

«Είναι το δικό μου παιδί και δεν είναι τόσο άσχημο τελικά, αν το κοιτάξεις με τον κατάλληλο τρόπο. Κουάκ κουάκ!» είπε η μητέρα πάπια του ασχημόπαπου, βεβαιώνοντας τη φιλοσοφική θέση ότι η ομορφιά και η ασχήμια δε κατοικούν στην επιφάνεια της παρατήρησης αλλά στο μάτι του παρατηρητή. Και ένα όμορφο μωρό, είναι η αλήθεια, μπορεί να ιδωθεί ως τερατώδες από τη μητέρα του, ιδιαίτερα όταν εκείνη είναι τυφλή ψυχολογικά. Χρειάζονται πολύ μεγάλα μάτια(ας πούμε όπως αυτά της κουκουβάγιας), για να μπορέσει κανείς να δει με αγάπη και επιθυμία τον άλλο γυμνό. Μεγάλα μάτια ικανά να απορροφήσουν τις εικόνες χωρίς το κίνδυνο να κατακλυστούν από το φως του ναρκισσισμού. Να είναι μάτια ικανά να δουν και στο σκοτάδι, εκεί που οι μορφές σβήνουν και το όνειρο γεννάει τις αλλοπρόσαλλές δικές του. Εκεί που το όμορφο και το άσχημο, συνυπάρχουν αχώριστα στη δεκτική αγκαλιά του συμβόλου. Πριν από τη διάκριση. Στον ωκεανό των πιθανοτήτων.

Φαίνεται πως το αντίθετο της ομορφιάς δεν είναι η ασχήμια. Άλλωστε και οι δύο με το τρόπο τους κατορθώνουν να προσελκύσουν το βλέμμα, να ενεργοποιήσουν τη περιέργεια. Η ομορφιά με την αποπλάνηση της, η ασχήμια με την διφορούμενη της αμεσότητα. Η ομορφιά εμπλουτίζοντας τη γεύση τούτου του κόσμου, η ασχήμια γονιμοποιώντας το υπαινιγμό για κάποιον άλλο. Το αντίθετο της ομορφιάς είναι η ομοιομορφία, η αδιαφορία, η απονέκρωση της αισθητικής μας ευαισθησίας. Στη ψυχοθεραπεία μια όμορφη ερμηνεία είναι πολύ αποτελεσματικότερη από μια σωστή. Μια ακριβής περιγραφή της ασχήμιας της εμπειρίας, πιο ανθρώπινη από μια τεχνικά άψογη διάγνωση. Το ελαφρώς αλλήθωρο βλέμμα του έρωτα μας, πιο μαγευτικό από την βιομηχανοποιημένη Αφροδίτη μιας διαφήμισης. Ένα ξεχαρβαλωμένο μηχάνημα, πιο ποιητικό από το λεπτό κινητό μας. Ένας άσχημος εφιάλτης, ίσως πιο καθοριστικός από χρόνια εντατικής και πειθαρχημένης μελέτης. Το «νιώθω άσχημα», γίνεται «νιώθω άσχημος μπροστά σου». Λαίμαργος και μικρός, με μαυρισμένα μάτια και ξεθωριασμένα μάγουλα. Πόσο αλήθεια έχουμε ανάγκη να αγαπηθούμε για την ασχήμια μας!

Τα περισσότερα ασχημόπαπα δε θα γίνουν όμορφοι κύκνοι. Τα τέρατα ίσως να μη μεταμορφωθούν από τη καλοσύνη μιας νέας γυναίκας. Ο άσχημος θα συνεχίσει να αποκαλείται «γοητευτικός», ώστε να είναι τουλάχιστον χρυσό το χάπι που με δυσκολία καταπίνει. Ο χοντρός θα επευφημείται για το χιούμορ του και ο νάνος θα είναι πάντοτε δεύτερος ρόλος στα παραμύθια. Πάντοτε τα λόγια, θα προσπαθούν να εξωραΐσουν το προφανές, υποστηρίζοντας με σθένος τη μεγαλύτερη αξία της «εσωτερικής ομορφιάς». Όμως η ασχήμια είτε σαν μορφή είτε σα περιεχόμενο, θα είναι πάντοτε αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής. Όχι ο αντίπαλος της ομορφιάς. Αλλά ένας από τους τρόπους όπου ο κόσμος και ο εαυτός μας θα μας προσκαλεί να τον ξαναφανταστούμε.

από το Νίκο Ρούσσο

Βιβλιογραφία

[1]Hoge Robert, Ugly: My memoir, 2013, Hachette Australia
[2]Nickolsen W. Shierry, The love of nature and the end of the world, 2002, The MIT Press(αναφέρεται στη σελίδα 95)
[3]Hillman James, The thought of the heart and the soul of the world, 1992, Spring Puplications